Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

ΦΙΛΙΑΤΕΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ










































































































Ο περιοχή Φιλιατών βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του Νομού Θεσπρωτίας, μεταξύ του ποταμού Καλαμά και των Ελληνοαλβανικών συνόρων. Αποτέλεσε διαμετακομιστικό σταθμό στην αρχαιότητα αλλά και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας καθώς από εκεί διέρχονταν οδική αρτηρία που συνέδεε την Θεσπρωτία με τα Ιωάννινα. Μέχρι την περίοδο της Τουρκοκρατίας σχεδόν δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την πόλη των Φιλιατών. Η γειτονική πόλη Τιτάνη επισκίασε την περιοχή κατά την αρχαιότητα, ενώ η καταστροφές που ακολούθησαν από τους Ρωμαίους και αργότερα από ληστρικές επιδρομές Αλβανικών φυλών που λυμαίνονταν την περιοχή κατά την Τουρκοκρατία, ερήμωσαν την περιοχή. Η αρχή της ανάπτυξης της έγινε όταν παρουσιάστηκε η ανάγκη διέλευσης και στρατοπέδευσης του τουρκικού εκστρατευτικού σώματος με προορισμό την Κέρκυρα από την περιοχή που βρίσκεται σήμερα η κωμόπολη, αλλά και η ανάγκη λειτουργίας τουρκικού διοικητικού κέντρου για τον έλεγχο της περιοχής: Χαράχθηκε νέος, μεγαλύτερος δρόμος, διανοίχτηκαν πηγάδια, δημιουργήθηκε η ανάγκη για επαγγελματίες, όπως χανιτζήδες, σαμαράδες, πεταλωτές κλπ. Έτσι δημιουργήθηκαν υποδομές ώστε από ένας απλός αγροτικός οικισμός οι Φιλιάτες να εξελιχθούν σε σημαντικό εμπορικό σταθμό και να συγκεντρώσουν πληθυσμούς από τις γύρω ορεινές περιοχές.
Την περίοδο 1915-1936 λειτούργησε στην πόλη των Φιλιατών Διδασκαλείο Νηπιαγωγών. Σήμερα οι Φιλιάτες είναι ένας καλά οργανωμένος δήμος που διαθέτει όλες τις απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες για την λειτουργία του. Στην πόλη υπάρχει ταχυδρομείο, αστυνομία, παιδικός σταθμός, σχολεία, εφορία, ΙΚΑ, Δασαρχείο, ΚΑΠΗ, τράπεζες (Αγροτική και Εθνική), φροντιστήρια, σύγχρονο νοσοκομείο και άλλες υπηρεσίες. Η περιοχή είναι πολύ πλούσια σε φυσικές ομορφιές, αλλά και χώρους τουριστικού ενδιαφέροντος, όπως τα ερείπια της αρχαίας πόλης Τιτάνη, η Μονή Γηρομερίου, το λαογραφικό μουσείο Τσαμαντά, κ.ά. Ορισμένοι από τους οικισμούς του δήμου έχουν χαρακτηριστεί ως «Παραδοσιακοί Οικισμοί», όπως ο οικισμός του Γηρομερίου, της Φανερωμένης, της Καμίτσανης, του Πλαισίου και του Φοινικίου. Αξίζει τον κόπο να τους επισκεφτείτε καθώς διατηρούν αναλλοίωτο το παραδοσιακό τους χρώμα. Η περιοχή βρίσκεται πολύ κοντά στις παραλίες του νομού.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

τα συβοτα θεσπρωτιας
















Τα Σύβοτα Θεσπρωτίας (Sivota - Syvota) είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό όπου το καταπράσινο τοπίο αγκαλιάζετε από θάλασσα με μοναδικό μπλε που φτιάχνει μια ειδυλλιακή εικόνα. Από την πρώτη στιγμή το απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς τοπίο μαγεύει το μάτι του επισκέπτη. Τα Σύβοτα είναι χτισμένα γύρω από ένα θαλάσσιο κόλπο στον οποίο σχηματίζονται μικρά νησάκια. Το μέρος περιβάλλετε από τα νησάκια Aγιος Νικόλαος και Μαύρο Όρος.
Ιδιαίτερα το καλοκαίρι πολλοί ξένοι και Έλληνες τουρίστες επισκέπτονται την περιοχή για να περάσουν τις διακοπές τους. Τα Σύβοτα διαθέτουν μαρίνα και αρκετοί από αυτούς καταφθάνουν με ιδιωτικά σκάφη αναψυχής.
Επίσης τα Σύβοτα μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο και για μια διαδρομή στα Ιστορικά και φυσικά μνημεία της Ηπείρου.
Τα Σύβοτα βρίσκονται 24 χιλ. Ν. της Ηγουμενίτσας και αποτελούν το μικρό κοσμοπολίτικο θέρετρο της Θεσπρωτίας. Είναι έδρα του ομώνυμου Δήμου Συβότων και κατά την απογραφή του 2001 είχαν 908 κατοίκους.
Tο 432 π.Χ. έγινε η περίφημη ναυμαχία στην οποίαν ο κορινθιακός και ο θεσπρωτικός στόλος καταναυμάχησε τον κερκυραϊκό που ανήκε στο αντίπαλο στρατόπεδο το Αθηναϊκό, κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο το 432 π.Χ. Ελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό στις 23 Φεβρουαρίου του 1912-13. Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας ήταν έδρα του Οθωμανού υποναύαρχου.
Το 1850 κατοικούνταν από 40 τουρκοτσιάμικες οικογένειες. Παράγει λάδι, βελανίδια και ψάρια. Ονομαζόταν Μούρτος από το όνομα κάποιου προκρίτου ο οποίος φορολογούσε και λαφυραγωγούσε τα διερχόμενα εμπορικά πλοία επί τουρκοκρατίας. Σήμερα κατοικείται από Έλληνες που ροβόλησαν από τα ορεινά χωριά της Ηπείρου.
Το 1959 πήρε την αρχαία ονομασία Σύβοτα. Συνδέεται με φεριμπότ με το νησί των Παξών. Κότερα και βάρκες μεταφέρουν επισκέπτες στην Πέρδικα και Πάργα που μαζί με τα Σύβοτα συνθέτουν μία φυσική ενότητα σπάνιας ομορφιάς με τους μικρούς κρυφούς όρμους και λιμανάκια από καταπράσινους γήλοφους.

ΖΑΛΟΓΓΟ,ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ.
















Ο Δήμος Ζαλόγγου έχει έδρα το Κανάλι Πρέβεζας.Ο πληθυσμός του Δήμου σύμφωνα με την απογραφή του 1991 ανέρχεται σε 5.179 κατοίκους, ενώ τους θερινούς μήνες αυξάνεται σε 30.000 και καταλαμβάνει έκταση 130.078 στρεμμάτων.
Δήμαρχος του είναι ο κ. Φάνης Μικρούλης.
Ιστορικό ορεινό χωριό. Στο βράχο απ΄ όπου έπεσαν οι Σουλιώτισσες με τα παιδιά τους, κυνηγημένες από τ’ ασκέρια του Αλή πασά που αθέτησε το λόγο του και καταδίωξε τους Σουλιώτες το Δεκέμβρη του 1803, όταν έπεσε το Σούλι από προδοσία, υψώνεται μνημείο του γλύπτη Ζογγολόπουλου, που παριστάνει το χορό του Ζαλόγγου. Οι Σουλιώτες ξεκίνησαν χωρισμένοι σε τρεις ομάδες, η μια από αυτές, αποτελούμενη από 800 Σουλιώτες, με αρχηγό τον Κουτσονίκα, κατευθυνόταν προς την Πάργα που την κατείχαν οι Ρώσοι, και στάθηκε στο Ζάλογγο για να αναπαυθεί. Για να διαφύγουν την καταδίωξη των Αλβανών του Αλή πασά, οι Σουλιώτες οχυρώθηκαν στο μοναστήρι της κορυφής, όπου αντιστάθηκαν επί δυο μέρες. Στις 18 Δεκεμβρίου, μια ομάδα, υπό τον Κίτσο Μπότσαρη, κατόρθωσε να διασπάσει τον κλοιό και 147 άντρες έφθασαν στην Πάργα. Όσοι απόμειναν στην μονή αιχμαλωτίστηκαν, ενώ 57 γυναίκες κατέφυγαν σ’ένα βράχο στην κορυφή που ονομάζεται Στεφάνι. Για να μην πέσουν στα χέρια των Αλβανών και αφού έριξαν τα παιδιά τους στο βάραθρο του ποταμού Αχέροντα, πήδησαν κι αυτές, κατά την παράδοση χορεύοντας, η μια μετά την άλλη στον γκρεμό.Στη Ν πλαγιά του Ζαλόγγου βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Κασσώπης. ΄Οπως προκύπτει από τις μέχρι τώρα ανασκαφές, χτίστηκε πριν από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Υπήρξε ισχυρό ελληνιστικό κέντρο που καταστράφηκε μαζί με τις άλλες ηπειρώτικες πόλεις από τους Ρωμαίους κατακτητές.Αξιοθέατα αποτελούν:
Το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, 3 χλμ από το χωριό.
Ο Βράχος απ΄ όπου έπεσαν οι Σουλιώτισσες απέχει 15 χλμ με τα πόδια από το μοναστήρι.
Τα ερείπια της αρχαίας Κασσώπης, 2 χλμ ΒΔ από την Καμαρίνα. Η Κασσώπη κατοικήθηκε από την παλαιολιθική εποχή. Το 700 π.Χ. Ηλείοι άποικοι είχαν ιδρύσει στα παράλια της περιοχής διάφορες πόλεις και στις αρχές του Δ π.Χ. αιώνα την Κασσώπη. Η πόλη καταστράφηκε την εποχή της ρωμαιοκρατίας και ερημώθηκε μετά την ίδρυση της Νικόπολης γιατί ο πληθυσμός αναγκάστηκε να κατοικήσει στη νέα πόλη. Στην περιοχή της υπάρχουν αρχαία λείψανα κυρίως Ελληνιστικής εποχής.

Η μονή Αγίου Δημητρίου βρίσκεται κάτω από τον περίφημο βράχο του Ζαλόγγου με το επιβλητικό μνημείο των Σουλιωτισσών που χορεύουν. Ιδρύθηκε προς τα μέσα του 18ου αιώνα από τον ηγούμενο της Μονής Ταξιαρχών Διονύσιο και από μετόχι της μετατράπηκε σε μονή. Αποτελεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Ιστορήθηκε από τους Χριστόδουλο και Ιωάννη, αγιογράφους από την Κορίτιανη, το 1816. Το μοναστήρι λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τους Τούρκους αρκετές φορές, αλλά και από το σεισμό του 1924, όμως ανακαινίσθηκε.
Λειτούργησε πότε ως ανδρικό αλλά και πότε ως γυναικείο μοναστήρι. Διέθετε μεγάλη περιουσία και έκανε πολλές αγαθοεργίες και κοινωφελή έργα. Επίσης διέθετε και διαθέτει πολλά μετόχια.
Σήμερα σώζεται το καθολικό (μονόκλιτη βασιλική με τρούλο) της μονής με ωραίες αγιογραφίες, εσωτερικά και εξωτερικά του ναού, αλλά και τα κελιά της.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑ














































Η Φιλιππιάδα είναι μια όμορφη κωμόπολη του νομού Πρέβεζας χτισμένη σε ένα κομβικό σημείο μεταξύ των Νομών Πρέβεζας, Άρτας και Ιωαννίνων. Η Φιλιππιάδα ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Χάραδρο, που άκμασε τον 7ο και 8ο αι. π.Χ. και ερείπια της οποίας βρίσκονται στη θέση Καστρί.
Το όνομα της η Φιλιππιάδα το οφείλει στην αγάπη των κατοίκων της για τα άλογα (ίππος = άλογο). Η Φιλιππιάδα είναι γνωστή και για τον μεγάλο αριθμό πελαργών που φιλοξενεί κάθε χρόνο. Οι κάτοικοι φρόντισαν να δημιουργήσουν ιδανικές συνθήκες για τους πελαργούς και έτσι οι πελαργοί καταφθάνουν στην Φιλιππιάδα κάθε χρόνο και ξεκαλοκαιριάζουν στην φιλόξενη πόλη. Οι πελαργοί είναι πια το σύμβολο της Φιλιππιάδας.
Η πόλη έχει κυριολεκτικά στα πόδια της μια εύφορη πεδιάδα. Επόμενο ήταν λοιπόν οι κάτοικοι της να ασχοληθούν με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί στην περιοχή μεγάλες μονάδες μεταποίησης κτηνοτροφικών προϊόντων και εκτροφεία ζώων, δίνοντας ώθηση στην τοπική οικονομία και την ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή.
Στην Φιλιππιάδα αξίζει να επισκεφτεί κανείς τους αξιόλογους ναούς του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Βαρβάρας που χρονολογούνται τον 18ο αι. Το όμορφο δάσος που στεφανώνει την Φιλιππιάδα και η κοντινή μαγευτική λίμνη του Ζηρού, θα σας αφήσουν τις πιο όμορφες εντυπώσεις από την Φιλιππιάδα.
Αξιοθέατα στη Φιλιππιάδα:
Ναός Αγίου Βησσαρίωνα, με ωραίο πέτρινο κωδωνοστάσιο
Ναός Αγίου Αθανασίου, του 8ου αιώνα
Ναός κοιμήσεως της Θεοτόκου
Ναός Αγίας Βαρβάρας, του 18ου αιώνα
Μνημείο πεσόντων Μπιζανομάχων (στις μάχες Γκριμπόβου [1897] και Πέντε Πηγαδίων [1912])
Αξιοθέατα στην ευρύτερη περιοχή:
Στη Ρωμιά: Μονή Αγίου Ιωάννη Προδρόμου του Ριγανά από την οποία σώζεται μόνο ο ναός
Στην Πέτρα: Ναός Αγίας Κυριακής, Κάστρο Ρωγών στη θέση του αρχαίου Βουχετίου αποικίας Ηλείων. Στο κάστρο σώζεται και ο Ναός της μονής Θεοτόκου Ρωγών.
Στη Νέα Κερασούντα: Μονή Προφήτη Ηλία που σήμερα δεν λειτουργεί

ΠΑΡΓΑ.ΤΟΠΟΣ ΜΑΓΙΚΟΣ,ΤΟΠΟΣ ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΟΣ.














































Η ΠΑΡΓΑ ανήκει στο Νομό Πρέβεζας και βρίσκεται νοτιοδυτικά της Ηπείρου, κοντά στον ποταμό Αχέροντα, την Ηγουμενίτσα και έχει απέναντι του τα γραφικά νησιά των Παξών και Αντίπαξων. Η έδρα του Δήμου βρίσκεται στην πόλη της Πάργας, η οποία και συγκεντρώνει τις περισσότερες δραστηριότητες και αποτελεί το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής, με το μεγαλύτερο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η Πάργα είναι ένας εξαιρετικός παραδοσιακός οικισμός χτισμένος αμφιθεατρικά σπάνιας ομορφιάς. Αποτελεί από τους πλέον δημοφιλής τόπους καλοκαιρινών διακοπών.
Είναι χτισμένη στις παρυφές του Ενετικού κάστρου και είναι εμφανώς επηρεασμένη από την Επτανησιακή αρχιτεκτονική.
Ένα από τα πιο γραφικά και κοσμοπολίτικα σημεία της βόρειοδυτικής Ελλάδας, η πανέμορφη Πάργα σας προκαλεί να γνωρίσετε από κοντά τη μακραίωνη ιστορία της, τις ποικίλες φυσικές ομορφιές της και τη φιλοξενία των κατοίκων της. Το νησάκι της Παναγιάς , τα στενά λιθόστρωτα σοκάκια, τα παραδοσιακά «καντούνια», οι ολάνθιστες γειτονιές και οι παραδοσιακές ταβέρνες, δίνουν το δικό τους χρώμα στο ειδυλλιακό τοπίο της Πάργας.Τα παράλια της Πάργας αποτελούν ίσως το καλύτερο κομμάτι από τις παραλίες του Ιονίου πελάγους.

Οι πιο γνωστές και πολυσύχναστες παραλίες είναι: Παραλία Βάλτου, Κρυονερίου, Πίσω Κρυονερίου,Λύχνου, Σαρακήνικο, Αη Γιαννάκης και άλλες απόκρημνες και μοναδικής ομορφιάς παραλίες.Πολλά και αξιόλογα είναι και τα αξιοθέατα και τα μνημεία της Πάργας. Στα βόρεια του λιμανιού βρίσκεται το κάστρο της Πάργας που χτίστηκε το 14ο αιώνα με τη βοήθεια των Νορμανδών. Μετά τις αλλεπάλληλες καταστροφές πήρε την τελική του μορφή από τους Ενετούς. Βορειότερα δεσπόζει το κάστρο του Αλί Πασά χτισμένο σε ψηλό λόφο απ' όπου η θέα κόβει την ανάσα.

Εντυπωσιακό επίσης το νησάκι της Παναγιάς, βρίσκεται απέναντι από το λιμάνι της Πάργας, με το εκκλησάκι και το γραφικό καμπαναριό καθώς και το μικρό κάστρο γαλλικής κατασκευής που δεσπόζει στο πιο ψηλό σημείο του νησιού. Επίσης ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει και πολλά άλλα αξιοθέατα, αφού η Πάργα προσφέρεται και ως ορμητήριο για μικρές αποδράσεις στις γύρω περιοχές.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ

Η Πάργα, αυτός ο παραδεισένιος τόπος, τράβηξε πάνω της τα βλέμματα θεών και δαιμόνων.
Η εικόνα της Παναγίας με της αλλεπάλληλες φυγές της από τον οικισμό της Παλιόπαργας, που ήταν στον Πετζοβολιο, στο απέναντι βουνό και την καταφυγή της στη σπηλιά που βρίσκονταν έξω από το κάστρο, έπεισε τους κατοίκους της να εγκατασταθούν στο βράχο αυτό που σήμερα υψώνεται στο κάστρο.

Αγαπημένη της Παναγίας, αλλά και αγαπημένη του Άρη, θα τελειώσει την περίοδο της ελεύθερης ζωής της στις 15 Απριλίου του 1819.

Όμως άλλες μαρτυρίες παλιότερες, αρχαιολογικά ευρήματα και γραφτές πηγές λένε πως ο τόπος προσέλκυσε την ανθρώπινη δραστηριότητα από τα πανάρχαια χρόνια.

Νεολιθικός πέλεκυς που βρέθηκε στον ελαιώνα αλλά και ο μνημειακός θολωτός μυκηναϊκός τάφος που βρέθηκε στο κτήμα του Σουϊδα, το λείψανο αρχαίου τείχους έξω από τον περίβολο του βενετσάνικου κάστρου μαζί με τη βάση του λιμενοβραχίονα που βρισκόταν στη δυτική μεριά του όρμου του Βάλτου και που δυστυχώς καλύφθηκε από τις πέτρες που σωρεύτηκαν πάνω του για τη δημιουργία μαρίνας, καθώς και κάποιοι κιβωτιόσχημοι τάφοι στο δρόμο κοντά στην Ανθούσα, αποτελούν αναμφισβήτητα τεκμήρια για την ύπαρξη έντονης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή κατά την αρχαιότητα.

Στις βυζαντινές πηγές η Πάργα θα εμφανιστεί το 1337 και μάλλον πρόκειται για τον οικισμό του κάστρου και όχι για την Παλιόπαργα στον Πετζοβολιό. Στη νέα της θέση θα αντιμετωπίσει πολλά γυρίσματα των καιρών.

Θα υποστεί για έξι χρόνια την κατοχή του αλβανοσερβοβουλγαροβλάχου (έτσι του άρεσε να αυτοαποκαλείται) ληστή Μπογκόη και όταν αυτός θα φύγει θα ζητήσει την προστασία της Βενετίας, που θα είναι παρούσα στην περιοχή από τον 15ο ως το τέλος του 18ου αιώνα. Η Πάργα βέβαια σε όλη αυτή την περίοδο θα έχει καθεστώς αυτοδιοίκησης.

Οι επιδρομές και οι λεηλασίες από στεριά και θάλασσα όμως δεν θα πάψουν και στην περίοδο αυτή. Ο Χαϊρετιν Βαρβαρόσα θα είναι ένας από τους πολλούς που θα την ρημάξουν.

Η κατάσταση σταθεροποιείται από τα τέλη του 16ου ως τα τέλη του 18ου αιώνα και η Πάργα αναπτύσσεται οικονομικά, γίνεται κέντρο εμπορικό (στο Βάλτο σώζεται ακόμα η Ντογάνα, δηλαδή το Τελωνείο της εποχής) και καταφύγιο και ορμητήριο κλεφταρματωλών. Η βρύση και το σπίτι του Μπουκουβάλα και το πηγάδι του Ανδρούτσου το μαρτυράνε.

Θα συμπαρασταθεί ακόμα και στους αγώνες του Σουλίου και θα νιώσει επάνω της την απειλητική ανάσα του Αλή πασά. Στην ίδια αυτή περίοδο της ακμής της θα επισκεφθεί την Πάργα ο Κοσμάς ο Αιτωλός και θα αναπτυχθεί με σημαντική εκπαιδευτική κίνηση από ονομαστούς δασκάλους, τον Ιερομόναχο Φιλόθεο, τον Αναστάσιο Μοσπινιώτη, τον Ανδρέα Ιδρωμένο και Χριστόφορο Περραϊκό, τον Αγάπιο Λεονάρδο, κ.α.

Το 1797 η βενετσάνικη κυριαρχία καταλύεται από τους Γάλλους και ύστερα από μια περίοδο εναλλαγής «προστατών» με τη συνθήκη της 5ης Δεκεμβρίου του 1815 θα αναγνωριστεί η οθωμανική κυριαρχία πάνω στην Πάργα και από τους Άγγλους που την προστατεύουν την περίοδο αυτή θα παραχωρηθεί στον Αλή πασά.

Μεγάλη ώρα της ιστορίας της η περίοδος 1816 - 1819 με τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις για την αποζημίωση των περιουσιών των κατοίκων που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στην Κέρκυρα με δραματική αποκορύφωση τη Μεγάλη Παρασκευή 15 Απριλίου του 1819, όταν καίνε τους νεκρούς τους και φεύγουν για την Κέρκυρα.

Ο Αλής θα φέρει Λαλιώτες Τούρκους και χριστιανούς από το εσωτερικό της Ηπείρου για να καλύψει το κενό από τη φυγή των ντόπιων που σιγά-σιγά θα επανέλθουν στην πάτρια γη τον Φεβρουάριο του 1913 οπότε λήγει και για την Πάργα η Τουρκοκρατία.

Στηριγμένη στον οχυρό βράχο του κάστρου και προστατευμένη από την ευρύχωρη αγκαλιά του Πετζοβολιού από τα βορειοδυτικά ανδρώθηκε και πρόκοψε η Πάργα από τα μεταβυζαντινά χρόνια ως τις μέρες μας.
Στα δυτικά της είναι ο κόλπος του Βάλτου με την ολόχρυση αμμουδιά που καταλήγει στο ακρωτήριο Χελαδιό όπου πάνω του ακόμα σώζονται ερείπια της Μονής των Βλαχερνών (η Αγία Βλαχέρνα όπως λένε οι ντόπιοι).

Η αμμουδιά του Βάλτου, συνεχίζεται εύφορο πεδινό διάδρομο, κατάφυτο από ελιές και οπωροφόρα που φτάνει ως την Ανθούσα.
Όταν οι συνθήκες ασφαλείας το επέτρεψαν και το παράλογο ιδιοκτησιακό καθεστώς του κάστρου πίεζε ασφυχτικά τους κατοίκους, ο οικισμός απλώθηκε έξω και γύρω από το κάστρο στο φρύδι του Τουρκοπάζαρου και στη νοτιοανατολική πλευρά ως το Κρυονέρι.

Αυτή είναι η Πάργα η σημερινή, που σαν πίνακας ζωγραφικής αποκαλύπτεται στον επισκέπτη, κυρίως όταν αυτός βρεθεί στη γωνία «στού καρύδι» ή στη στροφή της Λιθίτσας, όταν προχωρεί από τον περιφερειακό δρόμο.

Η αρχιτεκτονική της μορφή είναι νησιώτικη και λιγότερο δένει στην Ηπειρωτική αρχιτεκτονική. Τα σπίτια μικρά κατά κανόνα, με πολύ λίγο ελεύθερο χώρο για πράσινο που όμως δεν λείπει καθώς όλοι φιλοτιμούνται να φυτέψουν κάτι στη μικρή αυλή, στο παρτέρι, ή στη γλάστρα.

Χαίρεται να ανηφορίζει κανείς τα στενά της δρομάκια, πνιγμένα από την ευωδιά του γιασεμιού. «Στης Πάργας τον ανήφορο κανέλα και γαρίφαλο». Από τη βορινή πλευρά ο απέραντος και βαθύσκιος ελαιώνας και από την άλλη οι αμέτρητοι βράχοι μέσα στη θάλασσα που σε ώρες φουσκοθαλασσιάς δημιουργούν παράξενες ηχητικές συμφωνίες.

Αξίζει να γνωρίσει κανείς και το θαλασσινό της τοπίο. Πρώτα βορινά περνώντας δίπλα από το αγέρωχο πετρωμένο καράβι, το τρομερό Φραγκοπήδημα και τον προστατευτικό Άγιο Σώστη, ως την παράξενη ομπρέλα του Σαρακήνικου και ύστερα από τη νότια πλευρά περνώντας από το Χαγιόπουλο, το Μονόλιθο και την Πωγωνιά, το Σκέμπη και το Πριόνι, τη μεγάλη βοτσαλωτή αμμουδιά του Λύχνου με τις μικρές σπηλιές, για να καταλήξει στον κλειστό κόλπο του Αη Γιαννάκη με την πηγή του γλυκού νερού που αναβλύζει στο κέντρο του. Θα είναι μια εμπειρία μοναδική.

Πλούσια σε ιστορία ως ομορφιά η Πάργα, δεν χρειάζεται Όμηρο επαινετή για να την προβάλλει. Ίσως μάλιστα ο λόγος να φανεί κατώτερος από τα πράγματα.

Επιγραμματικός ο χρονογράφος Παύλος Παλαιολόγος έγραφε όταν την επισκέφτηκε το 1964: «Δε θυμάμαι να έχω γνωρίσει ομορφιά πιο εντυπωσιακή από αυτή στη μικρότητά της. Όλα μαγεία. Μη φοβάστε την υπερβολή, όταν παρουσιάζετε την Πάργα, όσα και να πείτε λίγα της είναι. Σε διαγωνισμό ανάμεσα στα τουριστικά κέντρα, έπαιρνε τον τίτλο της γόησσας οπωσδήποτε».

Παραγράφοντας εκείνο το αγοραίο, θα λέγαμε: μια επίσκεψη, μια επαφή μαζί της, θα σας πείσει και προσφέρεται ανεπιφύλαχτα όλες τις εποχές του χρόνου. Είναι όμορφη το χειμώνα που γι' αυτήν είναι ήπιος, όταν μπορεί να απολαμβάνει κανείς μέσα στη διάφανη ατμόσφαιρα το ηλιοβασίλεμα ή να νοιώθει δέος παρακολουθώντας τις ακτές σε μέρες τρικυμίας.

Πεντάμορφη την άνοιξη, όταν μέσα στην αχλή τα σχήματα συγχέονται ανάλαφρα δίνοντας μια αβέβαιη τρυφερότητα στα χρώματα.

Γεμάτη σφρίγος και παλμό μέσα στον πυρετό του καλοκαιριού και γαληνεμένη και στοχαστική όταν θα έρθει το φθινόπωρο και τα πρωτοβρόχια, θα κάνουν τον ελαιώνα της να ασημίζει πιο έντονα, το αεράκι να φυσάει απαλά, κι' γη της να γεμίζει κυκλάμινα.

Μοναδικές στιγμές, ώρες μυροφόρες όπως λέει ο ποιητής

ΑΞΙΖΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΑΡΓΑ,ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΩΡΕΣ ΓΑΛΗΝΗΣ,ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΗΡΕΜΙΑΣ.

Υ.Γ το κειμενο το βρηκα στην επισημη ιστιοσελιδα της παργας.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΟΥ















































































ΑΣΣΟΣ

Το πανέμορφο χωριό μας βρίσκετε στο βόρειο τμήμα του νομού Πρεβέζης και σε υψόμετρο 200 μέτρων. Είναι χτισμένο στους πρόποδες του βουνού Μπαλντενέζι (Θεσπρωτικά όρη)και συνορεύει βόρεια με τα Μελιανά,νότια με το Νικολίτσι, ανατολικά με τους Παπαδάτες και δυτικά με το Πολυστάφυλο. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού είναι 486. Οι 273 εξ αυτών στον Ασσο και οι 213 στο Κεράσοβο.

ΓΑΛΑΤΑΣ

Σε μια τραπεζοειδή προεξοχή στις δυτικές πλαγιές του όρους Λιμπούσι με μορφολογία του εδάφους, που μαρτυρεί βίαιες γεωλογικές ανακατατάξεις είναι κτισμένο, σε υψόμετρο 180 μέτρων, το χωριό Γαλατάς.
Παλαιότερο χωριό με το ίδιο όνομα « Μπουλμέτι » ευρίσκετο σε χαμηλότερο σημείο και νοτιοδυτικά του σημερινού. Υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι το χωριό αυτό που ανήκε σχεδόν σταθερά στην Σουλιώτικη Συμπολιτεία είναι ένα από τα χωριά της περιοχής « Λάμαρης » που καταστράφηκε από τους Τουρκαλβανούς στα χρόνια των αγώνων των Σουλιωτών (1788 – 1803 ) μαζί με τα χωριά Ζέρλα, Μουζιάκ, Σποράτι, και Βερπέζα. (Αναφ. από Αν.Γεωργατζή στα « Χρονικά της Πρέβεζας » σελ.19 τευχ 1ο/1959 ). Το θέμα χρειάζεται να διερευνηθεί πεερισσότερο και να τεκμηριωθεί ιστορικά. Ίχνη του χωριού αυτού είναι υπολείμματα από ο χάνι και η μέχρι πρότινος κογχη Ιερού Ναού στη θέση της οποίας υπάρχει σλήμερα ο νεόδμητος ναός του Αγίου Σάββα. Ο Ναός περιβάλλεται από μεγάλα βαθύσκιωτα πλατάνια και μαζί με την ομώνυμη βρύση « Σάββα » συνθέτουν ένα ειδυλλιακό τοπίο όπου μπορεί κανείς να ξεκουραστεί όταν ανηφορίζει τον δρόμο για το χωριό, Κοντά στην πηγή διασώζεται μεγάλη λιθόκτιστη δεξαμενή η οποία χρησίμευε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας για την συγκέντρωση του ελαιοκάρπου κατά τον χειμώνα και το καλοκαίρι για το πότισμά των πέριξ περιβολιών.
Μαζί με το Ζερβό αποτελούν το Δ.Δ. Γαλατά με 400 κατοίκους ( απ.2001). Λόγω της τοπογραφίας που προσομοιάζει με εξώστη η θέα προς όλη τη Λάκκα είναι απεριόριστη. Προς τον βορρά το μάτι του παρατηρητή φτάνει απρόσκοπα μέχρι την Ολύτσικα από την θέση Τζουμπιωτά και νότια μέχρι το « Στενό » και το « Ράντο » από τις θέσεις Κυδωνιά και Παλιόκλια. Εκεί τα βουνά αφήνουν ένα άνοιγμα και ο ορίζοντας προς το νότο μεγαλώνει μαζί με τα όνειρα των Νέων να ξεφύγουν από τη φτώχια. Χωροταξικά το χωριό αποτελείται από την γειτονιά πέριξ τη Βρύσης ( δεν υπάρχει τώρα ) την Παλιόκλια και το Μεσοχώρι. Οι δύο γειτονιές στα προηγούμενα χρόνια αποτελούν τις αντίπαλες ομάδες που αγωνίζονταν στην « σκλέτζα », τη « φόλα », στις « τσούκιες » και άλλα ομαδικά παιχνίδια την περίοδο των Χριστουγέννων.
Στο Μεσοχώρι ευρίσκεται η πλακόστρωτη πλατεία με τις μυλόπετρες, απομεινάρια άλλης εποχής, το μοναδικό καφενείο, και ο ενοριακός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου με το 4οροφο καμπαναριό ( του 1823) που συναγωνίζεται στο ύψος στο ύψος το κυπαρίσσι πλάι του. Η Παναγία είναι τρίκλιτος θολωτή βασιλική του 1863, με ξύλινο τέμπλο του 1867 στο οποίο κυριαρχεί ως παράσταση η Άμπελος. Ο Ναός καθιερώθηκε το 1870 και είναι μερικώς ιστορημένος. Στις 15 Αυγούστου με την Εορτή της Παναγίας το χωριό πανηγυρίζει.
Σε ίση απόσταση από τους δύο συκοικισμούς ( Ζερβό – Γαλατά ) ευρίσκεται το παρεκκλήσι του Αη Νικόλα, κτίσμα του 19ου αιώνα, όπου κατά το έθιμο τα δύο χωριά συναντώνται την 3η μέρα της Λαμπρής για την λειτουργία της Αγάπης και τον Λαμπριάτικο χορό. Ο δρόμος που οδηγεί προς το Ζερβό και Ριζοβούνι είναι ιδανικός για περίπατο. Τοποθεσίες του χωριού, συνδεδεμένες με λειτουργίες του παρελθόντος, είναι: Στάνη Μάη, Γούβες του Γράβου, Αλώνι του Γράβου, Παλαιοστάνη, Τζουμπιώτα, Παλαιόμυλος, Παλιοδέση, Φτέρη ή Γράτς. Η Φτέρη ήταν το οπρώτο γήπεδο όπου αγωνιζόταν η ποδοσφαιρικη ομάδα του χωριού « Βικτώρια ».
Κύρια απασχόληση σήμερα των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία και η ελαιοκαλλιέργεια. Δεν είναι όμως η νοσταλγία των ξενιτεμένων, αρκετή να ξαναδώσει στο χωριό την παλαιά ζωντάνια. Χρειάζεται φαντασία και δράση την οποία διαθέτουν οι νέοι που πλαισιώνουν τον Εξωραϊστικό Σύλλογο του χωριού.
Αυτό βεβαιώνεται από τις μέχρι τώρα δραστηριότητες τους, που δίνει πολλές ελπίδες, για το μέλλον του Χωριού.

ΖΕΡΒΟ

Συνοικισμός του Δ.Δ Γαλατά. Είναι κτισμένο σε υψόμετρο 250-300 μέτρα, στις σκιερές υπώρειες των ανατολικών βουνών της Λάκκας, σε μία περιοχή με πολλά νερά, κατάφυτη από ελιές, οπωροφόρα και άγρια δέντρα και θάμνους. Από το 1925 ήταν Κοινότητα με το Γαλατά (Μπουλημέτι) μέχρι το 1998 που συναποτελούν πλέον Δ.Δ του Δήμου Θεσπρωτικού. Το Ζερβό ιστορικά είχε την ίδια μοίρα με τα άλλα χωριάτης Λάκκας. Το 1705 αποσπάστηκε από το Ζερβό μία οικογένεια και εγκαταστάθηκε στο Σούλι. Αποτέλεσε μια από τις εφτά οικογενειές της Κιάφας, αυτή των Ζερβάτων, που αγωνίστηκαν στο Σούλι κι αργότερα στο Μεσολλόγι. Ο Χρ. Περραιβός γράφει ["Ιστορία Σουλίου και Πάργας", 1857, σελ.14]: "Η φυλή των Ζερβατών κατάγεται από εν χωρίον της Άρτης (σημ. Πρεβέζης), Ζερβόν ονομαζόμενον …."Το 1913 το Ζερβό είχε 307 κατοίκους, το 1951 είχε 366 και στην απογραφή του 2001 είχε 172 κατοίκους. Το Ζερβό συνδέεται με ασφαλτοστρωμένους δρόμους με την κεντρική οδική αρτηρία της Λάκκας και με τα χωριά Παπαδάτες και Γαλατά. Ορεινός αγροτικός δρόμος οδηγεί στους βοσκότοπους του βουνού και φτάνει μέχρι την Εθνική Οδό Άρτας – Ιωαννίνων στη θέση Ασπροχάλικο. Ενδιαφέρουσες τοποθεσίες του χωριού είναι τα Πλατάνια με τους αιωνόβιους πλατάνους και τη μεγαλύτερη πηγή του χωριού (Γκούρα) που στο πέρασμα των αιώνων ξεδιψούσε το χωριό και πότιζε τους κήπους του και συνεχίζει και σήμερα να υδροδοτεί το Δημοτικό μας Διαμέρισμα, η Μπίρα του Λιάτζι (μεγάλη σπηλιά όπου κατέφυγε ολόκληρο το χωριό κατά τους βομβαρδισμούς από τους Γερμανούς), ο Σταυρός, το Λιμπούσι με τον Άγιο Κωνσταντίνο σε μια περίβλεπτη θέση με απεριόριστη θέα σε όλη τη Λάκκα μέχρι τον Αμβρακικό, η Γκρομποπούλα, τα Χίλια Σπίτια που η παραάδοση τα συνδέει με την κατασκευή του Ρωμαϊκού Υδραγωγείου της Νικόπολης, το Βρωμοπήγαδο και το Ασπροπήγαδο που κατά την παράδοση ανάγονται στην εποχή του βασιλιά Πύρρου.Η περιοχή του Ζερβού προσφέρεται για περπάτημα από τον Άγιο Νικόλαο στα σύνορα με τον Γαλατά ως την Αγία Παρασκευή, στην Πασχαλιά, στα σύνορα με τις Παπαδάτες και για ορειβασία στους εντυπωσιακούς ορεινούς σχηματισμούς του βουνού που δεσπόζει πάνω από το χωριό, όπου υπάρχει και πίστα ανεμοπτεριστών. Σήμερα στην πλακόστρωτη πλατεία του χωριού με την εκκλησία του πολιούχου Αγίου Δημητρίου, που τον κοσμεί το ξακουστό πουρνάρι και κοντά το λιθάρι της νύφης από όπου κατέβαιναν οι νύφες από το άλογο για να μπουν στην εκκλησία και μετά το μυστήριο πάλι από αυτό ανέβαιναν στο άλογο για να πάνε στο σπίτι του γαμπρού, το δημοτικό σχολείο και τα παραδοσιακά καφενεία, ο επισκέπτης θα συναντήσει τους φιλόξενους Ζερβιώτες και θα βρεθεί σ’ ένα ζεστό και φιλικό περιβάλλον.Τη Λαμπρή μπορεί να τραγουδήσει και να χορέψει τους παραδοσιακούς χορούς και να πάρει μέρος σε παλιά κλέφτικά παιγνίδια που παίζουν μέχρι σήμερα οι άντρες του χωριού. Στις αρχές Αυγούστου θα γλεντήσει στο πανηγύρι – αντάμωμα που οργανώνουν κάθε χρόνο οι σύλλογοι του χωριού και την Καθαρή Δευτέρα θα γευτεί τη νόστιμη φασολάδα και τα Σαρακοστιανά. Απέχει 7 χιλιόμετρα από το Θεσπρωτικό. Κείμενο από τον Περιβαλλοντικό - Πολιτιστικό Σύλλογο του Δήμου Θεσπρωτικού
ΜΕΛΙΑΝΝΑ

Τα Μελιανά βρίσκονται σκαρφαλωμένα στην εσχατιά του νομού Πρέβεζας, στα σύνορα με το Νομό Ιωαννίνων,. Ανήκει στα χωριά της Κάτω Λάκκας Σουλίου. Στα βόρεια έχει τα Δερβίζιανα, στα νότια το Χάλασμα Παπαδιοτών και στα ανατολικά τη Μουσιωτίτσα και το Κουκλέσι. Το ποτάμι χωρίζει το χωριό με τον Άσσο από τα δυτικά. Είναι κτισμένο στις δυτικές υπώρειες του Ξηροβουνίου, σε υψόμετρο 560 μ. Το όνομά του, κατά μία εκδοχή, οφείλει στη μεγάλη οικογένεια Μελά, που έλκει την καταγωγή της από εδώ. Κατά μία άλλη εκδοχή το έλαβε από το δέντρο μελία (κοινώς φράξος), που φύεται πλούσια στις πλαγιές του.Το χωριό ήταν το πλέον φτωχό της Λάκκας, γιατί δεν είχε γεωργική παραγωγή, παρά μόνο αιγοτροφία και παραγωγή ξυλάνθρακα.Με το Β.Δ. 7/8/1919, ΦΕΚ Α 181/1919 αναγνωρίστηκε η «Κοινότητα Παπαδοτών με τους αρχικούς απαρτίσαντες οικισμούς Παπαδοτών και Μελιανών. Ο συνοικισμός Μελιανά αναγνωρίστηκε ως «Κοινότητα Μελιανών» με το Δ.6/3/1925, ΦΕΚ Α 62/1925. Το έτος 1913 το χωριό είχε 151 άρρενες και 149 θήλεις κατοίκους. Το 1920 τα Μελιανά είχαν 227 κατοίκους. Το 1928 το χωριό είχε 195 κατοίκους, το 1940 είχε 261, το 1951 είχε 290, το 1961 είχε 356, το 1971 είχε 318, το 1981 είχε 372, το 1991 είχε 303 και το 2001 είχε 405 κατοίκους.
Τα Μελιανά ανήκαν κατά περιόδους, από το 1745 έως το 1791, στη Συμπολιτεία Σουλίου.Το 1830κτίστηκε η Ι.Μ. Παναγίας Καταμάχης. Πρώτος Ηγούμενος ήταν ο εκ Μελιανών Χρυσόστομος.Το 1856 ο Αραβαντινός («Χρονογραφία της Ηπείρου», τ.Β, σελ. 322) αναφέρει ότι το χωριό ήταν Εθνικό και κατοικούνταν από 19 οικογένειες, όλες Χριστιανικές.Το 1881 ο Κ. Καραπάνος αγόρασε από τους Τούρκους το τσιφλίκι Μελιανά . Τότε το χωριό είχε 22 οικίες και 22 αχυρώνες.Το 1884 ο Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος γράφει («Ιστορικόν Δοκίμιον περί Άρτης και Πρεβέζης»): «Μελιανά, χωρίον μικρόν, εις τόπον δύσβατον, έχον οικ. 13 ως έγγιστα, μίαν εκκλησίαν επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου και δύο παρεκκλήσια Κοιμήσεως και Αγίου Γεωργίου, και ένα ιερέα». Και σε άλλη σελίδα συμπληρώνει: « Εις Μελιανά (λειτουργεί) γραμματοδιδασκαλείον τάξεως γ, ενώ εσπούδαζον υπό τον ιερέα 10περίπου παίδες».Το 1888 Μουχτάρης του χωριού ήταν ο Δημητράκης Ντάκουλας.Στον πόλεμο του 1912 ο οπλαρχηγός Γεώργιος Δ. Κάτσης ή Φουρτούνας είχε έδρα τα Μελιανά. Με επιστολή του στις 16/12/1912 ζήτησε επι πλέον 40 όπλα για τον εξοπλισμό των εθελοντών κατοίκων. Το έτος αυτό Μουχτάρης του χωριού ήταν ο Αθανάσιος Γούσης (ή Τούσης).
Τα Μελιανά απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους στις 13/10/1912 μαζί με όλα τα χωριά της Λάκκας Σούλι.
Μεταξύ Μελιανών και Άσσου, στη θέση «Νταλαμάνι», τη νύχτα τις 24 προς 25 Ιανουαρίου 1945, σφαγιάστηκαν 170 περίπου άμμαχοι Λακκασουλιώτες, από αντάρτες του ΕΛΑΣ.Κυριότερα τοπωνύμια είναι: Κρουάθι βρύση, Μελίραζη, Νταλαμάνι, Ρουκάνα, Λάκκο Σύρα, Στάνη Σούλιως, Κροϊζάβω, Πετρίτση, Σκίμπη Γκόρμπι κ.λ.π.Στα ΝΔ του οικισμού, στο ρέμα, υπάρχει ο κλειστός σήμερα «βακούφικος» νερόμυλος. Ενοριακός ναός είναι της Κοίμησης της Θεοτόκου και κοιμητηριακός ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Ακόμη υπάρχουν τα εξωκλήσια του Προφήτη Ηλία, του Αγ. Γρηγορίου και του Αγ. Γεωργίου. (πηγή:Αθανάσιος Στράτης) Σήμερα τα Μελιανά αποτελούν Δ.Δ. του Δήμου Θεσπρωτικού και λειτουργεί ακόμη, από τα λίγα στη Λάκκα Σούλι, το Δημοτικό Σχολείο με 9 μαθητές. Έχει λεωφορειακή σύνδεση με το Θεσπρωτικό και τις άλλες πόλεις.Όμως η ορμή της αστυφιλίας έχει χτυπήσει και τούτο το χωριό. Τα περισσότερα παιδιά από τα τις 135 οικογένειες του ξενιτεύτηκαν. Τα σπίτια ερήμωσαν. Οι δρόμοι χορτάριασαν, τα χωράφια κλείστηκαν από τα δέντρα. Τα πλούσια κρυστάλλινα νερά του τρέχουν χαμένα στα λαγκάδια. Δεν ακούγονται πλέον οι φωνές των παιδιών, τα σαλαϊσματα των τσοπάνων, οι φωνές αγοριών και κοριτσιών. Αργά ξύπνησε η πολιτεία και καταστρώνει σχέδια για λίμνες και παραεγνατίες. Μόνο οι ενέριες του Τοπικού Συμβουλίου και των Συλλόγων, με την βοήθεια των ίδιων των Μελιανιτών, μπορούν να σώσουν ότι απέμεινε. Έτσι, που να παραδώσουν στα παιδιά τους τις ρίζες των πατέρων, τα έθιμά τους, τις συνήθειές τους. Έτσι, που και εκείνα να υπερηφανεύονται και να λένε: «Κατάγομαι και εγώ από τα Μελιανά».

ΝΙΚΟΛΙΤΣΙ

Από αφηγήσεις διαφόρων γερόντων προκύπτει ότι το χωριό Νικολίτσι ιδρύθηκε μεταξύ του 7ου και 8ου αιώνα. Στη θέση αυτή υπήρχε πριν, το χωριό «Ντάρα-Μπούρα-Καστροχώρι», μεγάλο χωριό, το οποίο από συνεχείς καταδρομές Αλβανοβουλγάρων καταστράφηκε ολοσχερώς. Λέγεται επίσης ότι ακόμη πιο πριν κατοικούσαν στην γύρο περιοχή και στο χωριό οι Ελένηδες. Είχαν βρει στο χωριό μας οστά κάτασπρα και τεραστίων διαστάσεων σε διάφορες περιοχές, όταν έκαναν εκχερσώσεις η άλλες εργασίες, ανεγέρσεις κατοικιών, εκκλησιών κλπ. Είχαν βρει οστά στις ντάριζες, στις λυγιές, στα μπράπια, στον Άγιο- Δημήτριο και πάρα πολλά στον Άγιο-Γεώργιο. Υποθέτω ότι οι Ελένηδες ήταν απόγονοι του Έλενου, γιού του Πύρου Βασιλιά της ΄Ηπείρου. Ο Έλενος φέρεται να ήταν κυρίαρχος της νοτιοδυτικής Ηπείρου*.Πιθανόν όμως, από το Έλενος να προέρχεται ο Έλληνας, αφού στη Δωρική το έψιλον (ε) μετατρέπεται σε ήτα (η), καθ' όσον είναι γνωστό ότι στην Ήπειρο μιλούσαν την Δωρική διάλεκτο. Γύρω στον 7ο-8ο αιώνα, ιδρύθηκε το νέο χωριό όταν διάφοροι φυγάδες Χριστιανοί ποιμένες, μη εξισλαμισθέντες, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ μετά την ερήμωση του τόπου, από την Βόρειο Ήπειρο, τη Θεσσαλία και διάφορα άλλα μέρη της Ηπείρου. Πρώτος ήρθε και εγκαταστάθηκε ο Έλληνας Νικόλα-Φώτος, ονομαζόμενος «Νικολίτσας» από το χωριό Νικολιτσά της περιφέρειας Λιασκοβίκι της Β. Ηπείρου. Ήρθε έφιππος και αφού ερεύνησε καλά τον τόπο αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί με την οικογενειά του και άλλες τρεις οικογένειες, αδελφοξάλερφα ονομαζόμενα Δήμη-χήρα μαζί με τα γιδοπρόβατά τους. Ο Νικόλας αφού έφερε στο καινούργιο χωριό την εικόνα της Παναγίας από την εκκλησία του χωριού Νικολιτσά, έχτισε την εκκλησία στο κέντρο του χωριού και την ονόμασε <<Κοίμηση της Θεοτόκου>>. Παπά έφερε τον παπά-Θοδωρή από το Σούλι με την οικογενιά του, και έτσι έγιναν πέντε οι οικογένειες. Μετά από λίγα χρόνια εγκαταστάθηκε στο χωριό και άλλη μία οικογένεια με το επίθετο Βέϊκος ή Μπέκιος από τα σημερινά Τσαραπλανά. Ο Νικόλας όμως έβλεπε ότι ο τόπος ήταν πολύς και οι κατοικοί του λίγοι. Γύρισε τότε πολλά μέρη της Ηπείρου και βρήκε τον Καρακίτσο από τα σημερινά Τζουμέρκα, Μολοσσός-Θεσσαλός στην καταγωγή και τον έφερε οικογενειακώς στο Νικολίτσι και τον έκανε πρωτοπαλίκαρό του. Ύστερα από λίγο καιρό εγκαταστάθηκε και ο Τζόλας ,από την Μανωλιάσα, και έτσι έγιναν πια οκτώ οικογένειες .Αργότερα εγκαταστάθηκε στο χωριό και κάποιος Στεργιάτης από το σημερινό Συράκκο και τελευταίος ήρθε ο Τάτσης από το κάστρο -Καστρί (Μπό'ι'δας). Μολοσσοί στην καταγωγή οι δύο τελευταίοι. Έτσι έγιναν δέκα οικογένειες, και αφού μοίρασαν τον τόπο, άρχισαν να φυτεύουν διάφορα δέντρα και περισσότερες ελιές. Έφτιαξαν βρύσες, πηγάδια και δρόμους για τα χωράφια τους. Πρώτ' απ' όλα όμως έφτιαξαν εικονοστάσια στις θέσεις των κατεστραμμένων εκκλησιών, από την εποχή του Ντάρα-Μπούρα-Καστροχώρι. Ο Μπέκιος έκανε το εικονοστάσι του Αγίου-Γεωργίου, ο Δήμη-Χήρας της Αγίας-Κυριακής και ο Καρακίτσος του Αγίου-Δημητρίου. Ο Νικολίτσας στα χρόνια του είδε το χωριό που ίδρυσε να ευημερεί. Έτσι πέθανε σε βαθιά γηρατειά το 884 σε ηλικία 116 ετών. Μετά από δύο περίπου αιώνες, ο πληθυσμός του χωριού αυξήθηκε και οι οικογένειες στις τριάντα. Όμως οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν και η Ήπειρος δεχόταν επιδρομές, με κατεύθυνση πάντα προς την Νικόπολη. Περίπου δύο αιώνες κράτησαν οι συνεχείς επιδρομές των Αλβανοβουλγάρων, οπότε επενέβηκε η Οθωμανική αυτοκρατορία και επιτέθηκε κατά των Βουλγάρων, κυρίευσε την μισή Ευρώπη και κατέστησε ολόκληρη την Ελλάδα υπόδουλη. Μετά αρκετά χρόνια δουλείας, μια μερίδα Αλβανών και Ελλήνων αποστάτησε και στράφηκε κατά του Σουλτάνου όπου αναλαμβάνει αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Μεταξύ τώρα Τουρκαλβανών και Ελλήνων γίνονται διάφοροι πόλεμοι, και με τον διωγμό των Ελλήνων Χριστιανών, ήρθαν και κατοίκησαν στο Νικολίτσι, κάποιος Κωτσιάτης από την Κορυτσά της Αλβανίας, από τα μέρη του Σουλίου κάποιος Τζαβέλας και από τους Καλαρύτες ένας Κωλέττης. Έτσι έγιναν τα δώδεκα κυριότερα σόϊα που επικρατούν ακόμα και σήμερα στο Νικολίτσι. Από τον θάνατο του Νικολίτσα μέχρι την επανάσταση του 1821, οι οικογένειες έφτασαν τις εξήντα, μέχρι το 1912-13 τις ενενήντα και σήμερα μαζί με τους ετεροδημότες φτάνουν τις τριακόσιες, (στο χωρίο 135). Από την ίδρυση του χωριού μέχρι σήμερα πέρασαν 13 αιώνες.Στα χρόνια της σκλαβιάς δεν πτοήθηκαν, εργαζόταν σκληρά για να εξοικονομήσουν το ψωμί τους, αγωνιζόταν για την ελευθερία τους, κράτησαν και φύλαξαν την πίστη τους στο Θεό βαθιά, διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμά τους για να μας τα μεταδώσουν αυτούσια όπως τα πήραν από τους προγόνους τους. Τα παλιά εικονοστάσια που έφτιαξαν οι πέντε πρώτες οικογένειες, έγιναν μετά εκκλησίες, που στα χρόνια της σκλαβιάς, χρησίμευαν για σχολεία. Στην Παναγία, στην Αγία-Κυριακή και στον Άγιο-Δημήτριο, πήγαιναν τα παιδιά του Νικολιτσίου να μάθουν γράμματα από τους παπάδες και τους αναγνώστηδες.Μετά την απελευθέρωση και της Ηπείρου από τους Τούρκους για σχολείο στο Νικολίτσι, χρησιμοποιήθηκε στο κέντρο του χωριού μια αποθήκη « κοτσέκι » που είχε ο Τούρκος μπέης, για να συγκεντρώνει τα προϊόντα που έπαιρνε από τους χωρικούς σαν γεώμορο 30%. Οι κάτοικοι του χωριού επισκεύασαν την αποθήκη αυτή με προσωπική εργασία σε πραγματικό διδακτήριο. Δάσκαλο όμως δεν είχαν και ζήτησαν και τους έστειλε το Κράτος τον πρώτο δημοδιδάσκαλο, με αμοιβή από τους ίδιους τους κατοίκους. Οι απόγονοι του Νικολίτσα διατηρούν ακόμα και σήμερα τα ήθη και τα έθιμα, τα τραγούδια της χαράς και της λύπης, της αγάπης και της ξενιτιάς. από την ιστοσελίδα: http://www.nikolitsi.com/

ΕΛΑΙΑ

Η Ελαία είναι από τα μικρότερα και μοναδικό σε συνεχή λειτουργία από τους αρχαίους χρόνους, χωριό της Λάκκας Σουλίου. Αποτελείται από δύο οικισμούς, την Ελιά και τα Πλατάνια, που συνολικά αριθμούν 40 περίπου μόνιμους κατοίκους.Ο επισκέπτης μπορεί να επισκεφτεί τον Αγ. Αθανάσιο (κτίσμα του 1840), ο οποίος βρίσκεται σε περίοπτη θέση, τον Αγ. Αντώνιο σε λόφο ορατό απ’ όλη τη Λάκκα και τον Αγ. Κων/νο. Ακόμη να ανακαλύψει τα υπολείμματα λαξευτών στο βράχο προαιώνιων κατοικιών του παλιού χωριού στη θέση Μπίρα και νότια του οικισμού Ελιά, τα καλοφτιαγμένα πέτρινα υπερυψωμένα αλώνια, καθώς και το προϊστορικό Κάστρο της Βέλιανης στην Παλιουργιά.Να θαυμάσει τους σταλαγμίτες και σταλακτίτες στις θέσεις Μπίρα και Λύρο και να προσπαθήσει να κατέβει στην Τρύπα του Τσιαούση.Ακόμη να φτάσει στις παλιές πέτρινες αγροικίες του βουνού και στις στρούγκες των τσοπαναραίων.Να περπατήσει στο πυκνό δάσος πλατανιών, στους απέραντους ελαιώνες, στις λουλουδιασμένες πλαγιές και στην παραποτάμια κατάφυτη περιοχή.Να σκαρφαλώσει στα αγνάντια του βουνού, στο πολλών αιώνων Δέντρο του Τσιαούση (με περίμετρο κορμού 4,50μ) και στα ρουμάνια των ρεματιών, ανάμεσα από τις αμέτρητες αιωνόβιες βελανιδιές. Και από εκεί ψηλά να αγναντέψει την Άρτα, την Πρέβεζα, τον Αμβρακικό, το Ιόνιο, τα Τζουμέρκα, το Σούλι και την Κέρκυρα.Μέσα στους οικισμούς να περιδιαβεί τα πέτρινα σπίτια και κοντά σε αυτά στις στέρνες, τα πηγάδια, τις αυλές, τους παραδοσιακούς φούρνους, τις μάντρες, το Δημ. Σχολείο με το υπέροχο δασύλλιο. Και κατόπιν να πιει τον καφέ του στο καφενείο ή σε όποιο σπίτι θέλει, κουβεντιάζοντας με τους φιλόξενους κατοίκους και αφήνοντας τα παιδιά να παίξουν στο γήπεδο Πλατανίων. Και φεύγοντας να προμηθευτεί ελιές, ακτινίδια και άλλα είδη, ακόμη και γαλακτομικά από το τυροκομείο.

ΠΑΠΑΔΑΤΕΣ

Βρίσκεται στην γεωγραφική περιοχή που είναι γνωστή ως Μικρή Λάκκα Σουλίου, και είναι χτισμένο στους πρόποδες σε προέκταση του όρους Τόμαρος. Είναι ορεινό χωριό, και η πλατεία του είναι σε υψόμετρο 296 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η κορυφή «Ζαρκόραχη» είναι η ψηλότερη του βουνού με υψόμετρο 1.332 μέτρα. Η κορυφή «Προφήτης Ηλίας» του βουνού έχει υψόμετρο 1.258 μέτρα, η κορυφή «Αλογομάνδρα» 1014 μέτρα, και η κορυφή «Μεγάλη Τσούκα » 957 μέτρα.Στην πλατεία του χωριού, 3 μεγάλα πλατάνια δεσπόζουν στο χώρο και δίνουν τους θερινούς μήνες την δροσιά τους, στους ντόπιους και τους επισκέπτες. Στην άκρη της είναι το μνημείο (Ηρώον) πεσόντων Παπαδιωτών στους πολέμους.Λίγο ποιο κάτω το παλαιό καμπαναριό σήμα κατατεθέν του χωριού, περιστοιχισμένο από την πλακόστρωτη πλατεία και σε μια γωνιά της είναι η προτομή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.Το χωριό αποτελείται από 3 συνοικισμούς: 1) τον κεντρικό συνοικισμό Παπαδάτες, 2) τον συνοικισμό Γαλήνη (παλαιά ονομασία Χάλασμα) και 3) τον συνοικισμό Άγιοι Απόστολοι (παλαιά ονομασία Προβίδι).Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου και των Ιωαννίνων την 21η Φεβρουαρίου 1913, η Ήπειρος ενώθηκε με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα.Η κοινότητα Παπαδατών συστήθηκε επισήμως με το Βασιλικό Διάταγμα "περί συστάσεων δήμων και κοινοτήτων εν τω νομώ Πρεβέζης" την 14-08-1918. (ΦΕΚ 181 – τεύχος πρώτον σελ. 1302 παράγρ. 24). "Ο οικισμός Παπαδάται υπό το όνομα "Κοινότης Παπαδατών" και με έδρα τον ομώνυμον συνοικισμόν. Προς την κοινότητα Παπαδατών ενούται και ο συνοικισμός Μελιανά".Η αρχική αναγνώριση έγινε με Βασιλικό Διάταγμα που υπογράφηκε την 07-08-1919 από τον Βασιλέα Αλέξανδρο και τον Υπουργό επί των Εσωτερικών Κ. Δ. Ρακτιβάν. Την 06-03-1925 (ΦΕΚ 62 / 1925) ο συνοικισμός Μελιανά αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστή κοινότητα.Από το 1999 (με το νόμο Καποδίστρια) μαζί με τα υπόλοιπα χωριά (Θεσπρωτικό – Ριζοβούνι – Γαλατάς –Μελιανά – Νικολίτσι – Άσσος και Πολυστάφυλλο) αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Θεσπρωτικού του Νομού Πρέβεζας.Το χωριό συνορεύει νότια με το Γαλατά - Ζερβό, δυτικά με το Νικολίτσι και τον Άσσο, βόρεια με τα Μελιανά του Δήμου Θεσπρωτικού και το Κουκλέσσι του Δήμου Δήμου Δημητρίου Ιωαννίνων, ανατολικά με τον Κερασώνα, και την Βούλιστα - Παναγιά του Δήμου Φιλιππιάδας Πρέβεζας.Το ρέμα «Λακοχάλασμα» χωρίζει το χωριό από τα Μελιανά, και ο Ξηροπόταμος στον κάμπο του χωριού (γνωστός ως «Άμπουλας») με το ΝικολίτσιΤο Δημοτικό Σχολείο επισκευάστηκε από της ζημιές του σεισμού του 1981. Τώρα δεν λειτουργεί λόγω μικρού αριθμού μαθητών. Έχει συγχωνευτεί με το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου.Η διαμονή σας στο χωριό μας είναι ευχάριστη. Αν δεν έχετε κάποιο συγγενή, γνωστό ή φίλο να σας φιλοξενήσει, σας συστήνουμε τον Παραδοσιακό Ξενώνα «ΤΟ ΚΑΓΚΕΛΑΡΙ» του συγχωριανού μας κ. Ευάγγελου Σιάρκου. Είναι 50 περίπου μέτρα ποιο πέρα από την πλατεία του χωριού, σε ένα όμορφο προσφάτως ανακαινισμένο κτίριο, με πολλές ανέσεις και καταπληκτική θέα. Για να κλείσετε δωμάτιο καλέστε το: 26830-61463 ή στο 6977458681.Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία και η γεωργία. Γνωστές είναι και οι βρώσιμες ελιές του χωριού μας, που η καλλιέργειά τους αποδίδει ένα σημαντικό εισόδημα στους κατοίκους του χωριού μας.Στο χωριό μας εδρεύει και το ΑΕΡΑΘΛΗΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟΣ. Τα τελευταία χρόνια που δραστηριοποιείται, διοργανώνει Πανελλήνιους Αγώνες Αλεξιπτώτου Πλαγιάς (παρά πέντε), με μεγάλη συμμετοχή αγωνιζομένων. Για τις ανάγκες των πιλότων αλεξιπτώτου πλαγιάς έχει κατασκευαστεί πίστα απογείωσης κοντά στην κορυφή μεγάλη Τσούκα στο βουνό.Στην πλατεία του χωριού υπάρχει ο παλαιός Μεταβυζαντινός Ναός Αγίας Τριάδος «Φανερωμένης» που κατασκευάστηκε το 1743 με αγιογραφίες σπάνιες, και ξυλόγλυπτο τέμπλο. Υπέστη σημαντικές ζημιές από τον σεισμό του 1981.Καταβάλλονται προσπάθειες από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος «Φανερωμένης», και τους υπόλοιπους φορείς του χωριού, για να γίνουν μέσα στο 2007 οι απαραίτητες εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης των ζημιών από τον σεισμό, για να μην καταρρεύσει το κτίριο. Έχει χαρακτηριστεί από την 8η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων και το Υπουργείο Πολιτισμού διατηρητέο μνημείο.Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στον συνοικισμό Γαλήνη με τις θαυμάσιες βυζαντινές αγιογραφίες έχει υποστεί φθορές και ζημιές από τους σεισμούς και την πάροδο του χρόνου. Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Γαλήνης καταβάλλει προσπάθειες για την επισκευή του Ναού. Ο Ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης χτισμένος σ’ ένα θαυμάσιο φυσικό τοπίο, δίπλα από τις πηγές στη θέση Πλιατόϊ Γαλήνης, με τα μεγάλα σκιερά πλατάνια. Στον χώρο αυτό τον Αύγουστο διοργανώνονται εκδηλώσεις με παραδοσιακή μουσική και τραγούδια.Η παλαιότερη εκκλησία του χωριού είναι ο Άγιος Νικόλαος. Σήμερα είναι ο Κοιμητηριακός Ναός του Χωριού. Διασώζονται λίγες αγιογραφίες στο Ιερό. Στο Ναό έγιναν πριν πολλά χρόνια εργασίες προέκτασης με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί ο ρυθμός του.Λίγες εκατοντάδες μέτρα ποιο πέρα είναι ο Ναός των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, και 300 μέτρα ποιο πάνω είναι το Παρεκκλήσιο τους που είναι γνωστό σε όλη την Ήπειρο ως «Αγιονέρι». Η πηγή του νερού που τρέχει μέσα στο Παρεκκλήσιο έχει ιαματικές ιδιότητες, και πλήθος λαού το επισκέπτεται και έχει ιαθεί από διάφορες ασθένειες.Η εκκλησία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού είναι 150 μέτρα ποιο πάνω από την πλατεία, και πλήθος κόσμου παρευρίσκεται στην Λιτανεία της ιεράς εικόνος του Αγίου, μετά τον Μέγα Πανηγυρικό Εσπερινό μετ’ Αρτοκλασίας και Θείου Κηρύγματος, που τελείται την παραμονή της εορτής, την 23η Αυγούστου το βράδυ.
Από την ιστοσελίδα: http://www.papadates.gr/
ΠΟΛΛΥΣΤΑΦΥΛΟ

του Δημήτριου Β. Καραβίδα, συν/χου ΔασκάλουΤο Πολυστάφυλο βρίσκεται ΒΔ του Θεσπρωτικού και σε απόσταση 17 χιλιομέτρων. Είναι ημιορεινό χωριό, χτισμένο στους πρόποδες των Θεσπρωτικών Ορέων (Βαλαωρίτης αναφέρεται αλλού) και το τελευταίο χωριό του νομού Πρέβεζας στην περιοχή της Λάκκας Σούλι. Έχει 400 περίπου κατοίκους, οι περισσότεροι των οποίων βρίσκονται στα ξένα. Η μόνη απασχόληση των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Σήμερα ελάχιστοι από τους εναπομείναντες στο χωριό ασχολούνται με αυτές τις δραστηριότητες. Το χωριό κατά το παρελθόν ήταν γνωστό με το όνομα Ρουσάτσες, -Ρουσάτες-α, Ρουσιάτσα και όφειλε το όνομά του στο πολλά σταφύλια (Ρους). Το 1928 μετονομάστηκε σε ΠΟΛΥΣΤΑΦΥΛΟ.Διοικητικά υπάγεται στο νομό Πρέβεζας, ενώ εκκλησιαστικά στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων.Για να φτάσει κανείς στο Πολυστάφυλο ακολουθεί το δρόμο Θεσπρωτικό-Άσσο-Ιωάννινα. Λίγο μετά τον Άσσο ανηφορίζουμε για 2-3 χιλιόμετρα και βρισκόμαστε στην αυχένα ΜΠΟΓΟΡΙΣΤΑΣ ή ΜΠΟΓΟΡΤΣΑΣ. Εκεί θυμάμαι, όταν μικρά παιδιά, βόσκαμε τα πρόβατά μας, χρησιμοποιούσαμε στα παιχνίδια μας πέτρες, που φαινόταν πως είχαν υποστεί κάποια ειδική επεξεργασία, -τεμάχια από σπασμένα πήλινα σκεύη και κεραμίδια. Μάλιστα οι γονείς μας εκεί -στην Μπογόριστα- πήγαιναν για να συγκεντρώσουν κεραμίδια, απαραίτητα για το χτίσιμο του θόλου ενός καλού χωριάτικου φούρνου.Πιστεύω ότι αυτά τα υλικά αποτελούσαν οικοδομικά υλικά κάποιας εποχής και σε συνδυασμό με την γεωγραφική θέση, που δεσπόζει της όλης περιοχής, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι κάποτε εκεί υπήρχε πόλη-ακρόπολη-κάστρο με το όνομα ΜΠΟΓΟΡΙΣΤΑ ή ΜΠΟΓΟΡΤΣΑ. Προχωρώντας ανοίγεται μπροστά σου όλη η περιφέρεια της Λάκκας Σούλι. Δεξιά σου, βόρεια, υψώνεται το βουνό Τόμαρος (Ολύτσικα) και εμπρός σου, δυτικά, τα ιστορικά βουνά του Σουλίου, που σου θυμίζουν ιστορικά γεγονότα και ηρωϊκές πράξεις Σουλιωτών και Σουλιωτισσών για την διατήρηση του αγαθού της ελευθερίας των.Στους πρόποδες αυτών, των Σουλιώτικων βουνών, βρίσκονται τα χωριά του Δήμου Λάκκας Σούλι με έδρα τα Δερβίζιανα και υπάγονται διοικητικά στο νομό Ιωαννίνων.Ανατολικά της Λάκκας Σούλι, στους πρόποδες των Θεσπρωτικών ορέων, είναι τα χωριά του νομού Πρέβεζας, του Δήμου Λούρου, εκτός του Πολυσταφύλου που υπάγεται στο Δήμο Θεσπρωτικού.Στην είσοδο κάθε χωριού υπάρχει πινακίδα που γράφει π.χ. Δ.Δ. ΠΟΛΥΣΤΑΦΥΛΟΥ που σημαίνει ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ. Αυτό το «Δημοτικό Διαμέρισμα» φαίνεται κενό, χωρίς νόημα αφού δεν «κλείνει» μέσα του την αγάπη, τον ΝΟΣΤΟ της λέξης ΧΩΡΙΟ.Το ΧΩΡΙΟ είναι ο τόπος σου, είναι η ιδιαίτερη πατρίδα σου που τραγούδησαν και τραγουδούν τα δημοτικά μας τραγούδια, που ζωγράφισαν και έγραψαν ποιήματα οι ποιητές μας. Όλοι οι ξενιτεμένοι μας τις μεγάλες θρησκευτικές μας γιορτές: Χριστούγεννα-Πάσχα-καλοκαιρινές διακοπές, στο χωριό μας έρχονται και όχι στο ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ τους. Ας είναι όμως θα το συνηθίσουμε και αυτό, δεν ξέρω όμως αν μας το συγχωρέσουν οι γενιές που έρχονται.
Η Λάκκα Σούλι είναι γεωργοκτηνοτροφική περιοχή. Τα βουνά και τα πιο χαμηλά βοσκοτόπια έτρεφαν και τρέφουν κοπάδια γιδοπροβάτων. Στις πεδινές εκτάσεις τα γεωργικά προϊόντα καλύπτουν μέρος των αναγκών των κατοίκων.Το Πολυστάφυλο έχει αρκετές εκτάσεις για καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων. Ο κάμπος του Πασά, οι Κατσουράτες, τα αμπέλια, η Αγία Τριάδα, τα Κουπάκια είναι μερικές από αυτές. Οι ποταμοί Αχέρων και Κωκυτός, που είναι και το φυσικό όριο μεταξύ της δυτικής περιφέρειας του ν. Ιωαννίνων και της ανατολικής του ν. Πρέβεζας, με τα νερά τους ποτίζανε και ποτίζουν τα χωράφια των κατοίκων όλων των χωριών των δύο περιφερειών στην Λάκκα Σούλι.
Ο Αχέρων, ο ποταμός του Άδη, πηγάζει από τα βουνά του Σουλίου (πηγές στο Σιστρούνι), ο δε Κωκυτός από τον Τόμαρο (Ολύτσικα). Στην μακρινή, από βορά προς νότο, πορεία τους, δέχονται, ιδιαίτερα την χειμερινή περίοδο, από τα ρυάκια που υπάρχουν δεξιά και αριστερά τους, αρκετές ποσότητες νερού. Τα δύο ποτάμια, Αχέρων και Κωκυτός, αφού διανύσουν μοναχική, το καθένα, πορεία για αρκετά χιλιόμετρα, συναντιούνται στο κέντρο σχεδόν της Λάκκας στο χωριό Πολυστάφυλο, στη «σμίξη» εκεί που σήμερα είναι γέφυρα που ενώνει και εξυπηρετεί συγκοινωνιακά τις δύο περιφέρειες.Η γέφυρα είναι έργο που αντέχει το βάρος των διερχόμενων οχημάτων αλλά και που αντιστέκεται στην πίεση του υδάτινου όγκου των δύο ποταμών ιδιαίτερα τον χειμώνα. Κατά το 1950, αν δεν κάνω λάθος, απειλήθηκε από την πρωτοφανή ποσότητα νερών που είχαν φτάσει μέχρι το οδόστρωμα.Από την γέφυρα και κάτω ο Αχέρων και ο Κωκυτός ως ένας πλέον ποταμός με ελικοειδή πορεία ανάμεσα σε φυλλωσιές και τον παχύ ίσκιο των αιωνόβιων πλατανιών διασχίζει το υπόλοιπο τμήμα της Λάκκας Σούλι. Στο τέλος σχεδόν της Λάκκας, προς τα νότια, ο Αχέρων στρίβει απότομα δεξιά, Δυτικά, και χάνεται σε μια μακρόστενη χαράδρα που σχηματίζεται στα Σουλιώτικα βουνά. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας εδώ, σ’ αυτό το σημείο πίστευαν ότι κατέβαιναν οι ψυχές των νεκρών και εδώ τοποθετούσαν την Πύλη του Κάτω Κόσμου. Σήμερα στον κάμπο του Τρικάστρου και των Σερζιανών, απέναντι από την γέφυρα υπάρχει πινακίδα «ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΔΗ». Τα νερά του ποταμού, που εδώ χάνονται, ακολουθούν μια άγνωστη πορεία στα βάθη της σκοτεινής χαράδρας και κάνουν πάλι την εμφάνισή τους στις πηγές της Γλυκής της περιοχής Φαναρίου.Όλη η περιοχή της Λάκκας Σούλι είναι μια κλειστή λεκάνη. Βόρεια της ο Τόμαρος (Ολύτσικα), ανατολικά τα Θεσπρωτικά όρη και δυτικά τα βουνά του Σουλίου. Μένει μόνο το νότιο φυσικό άνοιγμα προς Λούρο. Ο Αχέρων όμως πριν από το χωριό Βρυσούλα, στρίβει δεξιά, δυτικά, και χάνεται στην χαράδρα των Σουλιώτικων βουνών. Αυτή η μορφολογία του εδάφους, σε συνδυασμό με το εκεί σημείο που τοποθετούνται οι ΠΥΛΕΣ του ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ, αλλά και του κρυμμένου θησαυρού στο χωριό Τρίκαστρο, που ίσως να έχει σχέση με τον οβολό που έπαιρνε ο Χάρος για να μεταφέρει με την βάρκα τις ψυχές στον Κάτω Κόσμο, όλα αυτά λοιπόν, θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της άποψης ότι η Αχερουσία λίμνη ήταν ουσιαστικά περιοχή της Λάκκας Σούλι.Επανερχόμαστε λοιπόν στο Πολυστάφυλο για να αναφέρουμε ότι οι κάτοικοί του είχαν και έχουν έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι υπάρχουν στο Πολυστάφυλο εννέα (9) εκκλησίες: Άγιος Νικόλαος, Αγία Τριάδα, Άγιος Κων/νος & Ελένη, Κοίμηση της Θεοτόκου (Παναγίας) Άγιος Βλάσ(σ)ιος, Αγία Παρασκευή, Άγιος Γεώργιος (καθεδρικός ναός), Άγιος Αθανάσιος και Προφήτης Ηλίας, αλλά και από το ότι οι Πολυσταφυλιώτες γιορτάζουν-πανηγυρίζουν τρεις φορές τον χρόνο: Αγίου Νικολάου, Αγίας Τριάδας και της Παναγίας.Απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω κανένα άλλο χωριό δεν έχει τόσες εκκλησίες και να πανηγυρίζει τρεις φορές τον χρόνο.Οι παραπάνω εκκλησίες χτίστηκαν και συντηρούνται με την συνδρομή των κατοίκων του χωριού, την μεγάλη οικονομική συνδρομή του αείμνηστου συγχωριανού μας Στρατηγού Σπυρ. Μπακόλα, και λοιπών πιστών.Μόνο η εκκλησία του Προφήτη Ηλία, που βρίσκονται τα ερείπιά της στην ψηλότερη κορυφή (Τσιουγκρί) των Θεσπρωτικών Ορέων, δεν μπόρεσε να χτίσει ο αείμνηστος Στρατηγός και έμεινε ανεκπλήρωτο το όνειρό του -η επιθυμία του- γιατί ήταν σχεδόν αδύνατη η μεταφορά με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, μέχρις εκεί, των οικοδομικών υλικών. Ας ευχηθούμε ότι τούτο θα το πράξουμε κάποτε εμείς ή οι επόμενοι.

ΡΙΖΟΒΟΥΝΙ

Το χωριό με τα πολλά νερά και το άρωμα των πορτοκαλιών
Το ριζοβούνι είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά της Μικρής Λάκκας Σουλίου. Είναι χτισμένο στους πρόποδες του βουνού Μαρούτσα. Η παλαιότερη ονομασία του ήταν «Ποδογόρα», από μετάφραση της σλαβικής ονοματολογίας «Pot goria», δηλαδή «υπό τας υπωρίας» = στη ρίζα του βουνού = Ριζοβούνι.
Είναι από τα χωριά που κατά την περίοδο του εμφύλιου σπαραγμού και της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, αρκετοί κάτοικοί του, λόγω των κοινωνικών τους φρονημάτων, υπέστησαν πολιτικούς διωγμούς και εξορίες.
Το Ριζοβούνι έχει επιδείξει τρία κυρίως ενδιαφέροντα σημεία:
Α΄ Την ιστορική Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Β΄ Πηγαία νερά και βρύσες
Γ΄ Φυσικές ομορφιές με πλούσια βλάστηση και περιβόλια με πορτοκαλιές και λεμονιές.
Α΄ Η Μονή είναι χτισμένη στο λόφο, που βρίσκεται στο νότιο μέρος του χωριού, περικλειόμενος από κάστρο – οχύρωση μήκους 1.400 μέτρων, και χρονολογείται από τον 6ο περίπου αιώνα π.Χ, όπου και ο μεγάλος οικισμός με την επωνυμία Βατίαια. Κατά τον 4ο π.Χ αιώνα οι Βατίες εντάχτηκαν στην Ηπειρωτική Συμμαχία και κατά τη Βυζαντινή περίοδο, στον ίδιο χώρο χτίστηκε Παλαιοχριστιανικός ναός, μέρος του οποίου αποτέλεσε την Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, με σπάνιες τοιχογραφίες και φορητές εικόνες. Η Μονή, για μεγάλο χρονικό διάστημα δέσποσε ως πνευματικό και οικονομικό κέντρο.
Β΄ Στο κέντρ του χωριού, καθώς και σε άλλα σημεία αυτού, υπάρχουν φυσικές πηγές.
Γ΄ Η καλύτερη εποχή να επισκεφθεί κανείς το Ριζοβούνι είναι η άνοιξη. Είναι η χρονική στιγμή που ανθίζουν οι πορτοκαλιές και οι λεμονιές, οι οποίες αναδίδουν ένα σπάνιο, μοναδικό θα λέγαμε άρωμα. Κάτω από τα περιβόλια, στον κάμπο, απλώνεται μια μεγάλη γεωργική έκταση με τριφύλλια, προκαλώντας έτσι ένα σπάνιο θέαμα, καθώς το τοπίο φαντάζει ως ένας απέραντος χλοοτάπητας.
Σήμα κατατεθέν, για το Ριζοβούνι είναι και ο αιωνόβιος πλάτανος, που δεσπόζει στην κεντρική πλατεία, υπό την σκιά του οποίου, κατά τους θερινούς μήνες, μπορεί κανείς να απολαύσει τον καφέ του, ενώ η λίμνη Ζηρού, μέρος της οποίας ανήκει στο Ριζοβούνι, με τις φυσικές της ομορφιές προσδίδει ιδιαίτερη αίσθηση ομορφιάς. Εκτός από τη Μονή της Παναγίας (Καστρί), ξεχωριστή αίγλη στο χωριό προσδίδουν και τα ξωκλήσια της Αγίας Σοφίας, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Ελεούσας, του Άη Λια και της Αγίας Παρασκευής, που είναι χτισμένη πάνω σε ογκώδη βράχο.
Η άνοιξη, για το Ριζοβούνι συνδέεται και με τη λαμπρή. Οι κάτοικοι του χωριού, συνεχίζοντας μια μακροχρόνια παράδοση, μετά την Ανάσταση και επί τρεις μέρες, στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, στήνουν παραδοσιακούς χορούς με τραγούδια που άδονται κατά τις ημέρες του Πάσχα. Τα τραγούδια και οι χοροί διακρίνονται για τον ιδιάζοντα ρυθμό και τη μουσικότητάτους, που τον σέρνουν γέροι και νέοι, αγόρια και κορίτσια, όπως άλλωστε τους καλεί και ο κορυφαίος του χορού με τους στίχους: Μπάτε κορίτσια στο χορό να μάθετε τραγούδια
Να δείτε και να μάθετε πως πιάνεται η αγάπη…..

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΟΥ.ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΠΑΕΙ ΣΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΕΡΗ,ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΤΟΣΟ ΚΑΛΑ ΟΣΟ ΠΕΡΝΑΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ.ΝΑ ΗΡΕΜΗΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΙΣ ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΠΟΥ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ.
ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ..........................