Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

ΑΡΧΑΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ
























































9000 στρέμματα καταλαμβάνει ο αρχαιολογικός χώρος της Νικόπολης που βρίσκεται στο νομό Πρέβεζας, στην ομώνυμη χερσόνησο της νοτιοδυτικής Ηπείρου.
Η πόλη ιδρύθηκε από τον Οκταβιανό, το 31 π.Χ., αμέσως μετά τη ναυμαχία του Ακτίου. Εδώ συγκατοίκησαν Αιτωλοί, Ακαρνάνες, Ηπειρώτες αλλά και Ιταλοί άποικοι που εγκαταστάθηκαν αμέσως στην πόλη. Ο χαρακτήρας της όμως παρέμεινε ελληνικός.

Λόγω της ιδιαίτερης μορφολογίας της περιοχής αλλά και της στρατηγικής θέσης που καταλάμβανε η Νικόπολη, αμέσως εξελίχθηκε σε σημαντικό επικοινωνιακό κόμβο που ένωνε την Ελλάδα με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η εμπορική δραστηριότητα της πόλης ήταν αξιοσημείωτη και ημέρες μεγάλης ακμής σημάδεψαν την ιστορία της. Η Νικόπολη ένωνε την ανατολή με τη δύση. Με λιμάνι στο Ιόνιο και στον Αμβρακικό κόλπο, έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην εποχή της και ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της Παλαιάς Ηπείρου η οποία αποτελούσε επαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι, οι κάτοικοι απολάμβαναν ιδιαίτερα προνόμια, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Αργότερα, η Νικόπολη έγινε επισκοπική έδρα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι εδώ λειτουργούσε νομισματοκοπείο.

Από τις σημαντικότερες δραστηριότητες της αρχαίας πόλης ήταν η γιορτή των Ακτίων. Τα Άκτια διοργανώνονταν κάθε τέσσερα χρόνια και ήταν μεγαλόπρεποι αγώνες. Οι αθλητές συναγωνίζονταν στις ιπποδρομίες και σε άλλα ρωμαϊκά αθλήματα αλλά, χάρη στην ευρεία απήχηση της διοργάνωσης που είχε κρατήσει τον ελληνοπρεπή χαρακτήρα της, στα Άκτια διαγωνίζονταν και μουσικοί. Η πολιτιστική εμβέλεια των αγώνων ήταν μεγάλη στην εποχή της και η Νικόπολη ξεχώριζε.
Η παρακμή της πόλης ξεκίνησε σταδιακά κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα, ακολουθώντας τη γενικότερη πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση της εποχής. Δυστυχώς όμως, η κατιούσα πορεία της επιδεινώθηκε από καταστροφικό σεισμό που έπληξε την πόλη. Ακολούθησαν βαρβαρικές εισβολές από αλεπάλληλα φύλα με πρώτους τους Γότθους. Το 395 η Νικόπολη καταλαμβάνεται και καταστρέφεται από τον Αλάριχο ενώ το 475 πέφτει στα χέρια των Βανδάλων. Το 551 οι Γότθοι εισβάλλουν εκ νέου στην πόλη οδηγώντας την σε οριστική παρακμή. Υπολογίζεται ότι στις αρχές του 10ου μ.Χ. αιώνα η Νικόπολη ερημώθηκε τελείως και έκτοτε σώζονται μόνο ερείπια.
Οι μελετητές και οι αρχαιολόγοι έχουν εξερευνήσει σχολαστικά την περιοχή κι έχουν αναδείξει τεκμήρια της ακμής της και πολύτιμα ιστορικά ευρήματα. Αρκετά από αυτά φυλάσσονται ήδη στο αρχαιολογικό μουσείο Νικοπόλεως. Στον αρχαιολογικό χώρο μπορείτε να δείτε το Ωδείο που κατασκευάστηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και χρησιμοποιήθηκε μέχρι τα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα, τις Βόρειες Θέρμες καθώς και το μνημείο του Αυγούστου που αναγέρθηκε κατ’ εντολή του Οκταβιανού Αύγουστου εις ανάμνηση της νίκης στο Άκτιο και αφιερώθηκε στον Άκτιο Απόλλωνα, στον πολεμικό Άρη και στον Ποσειδώνα, το θεό της θάλασσας. Περαιτέρω, εδώ βρίσκονται το ρωμαϊκό θέατρο του 1ου μ.Χ. αιώνα και το Νυμφαίο που ήταν κεντρικό σημείο ύδρευσης της πόλης αφού εδώ έφταναν τα νερά του ποταμού Λούρου.
Η Νικόπολη περιλαμβάνει και πολλά αξιόλογα χριστιανικά μνημεία. Σε αυτά συγκαταλέγονται η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου που είναι τρίκλιτη Βασιλική και χτίστηκε περίπου γύρω στο 560 μ.Χ., καθώς και πέντε ακόμα εκκλησίες. Όλες χτίστηκαν κατά τον 5ο – 6ο αιώνα μ.Χ. και είναι βασιλικού ρυθμού τρίκλιτες ενώ μόνο μια από αυτές είναι πεντάκλιτη. Παράλληλα, σώζεται το επισκοπείο, κτίριο που αξιοποιήθηκε ως επισκοπικό μέγαρο στους χριστιανικούς χρόνους αλλά που εκτιμάται ότι είχε ανεγερθεί αρκετά νωρίτερα, από τα ρωμαϊκά χρόνια. Εντύπωση προκαλεί η έπαυλη που χρονολογείται στα 450 μ.Χ. ενώ μέχρι σήμερα έχει διατηρηθεί μέρος της οχύρωσης της πόλης. Τα τείχη που διασώζονται ανοικοδομήθηκαν κατά τον 5ο ή το πολύ κατά τις αρχές του 6ου αιώνα, αφού σύμφωνα με τις πηγές αποσκοπούσαν στην προστασία της πόλης από τις βαρβαρικές επιδρομές των βαρβάρων που άφησαν τα ίχνη τους γύρω στα 475 μ.Χ. Κατόπιν, μέσα στα τείχη ανεγέρθηκαν οι εκκλησίες. Τα τείχη επισκευάστηκαν το 540 μ.Χ. στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα σημαντικότερα μνημεία της Αρχαίας Νικόπολης περιλαμβάνονται:
Το Ωδείο το οποίο βρίσκεται στη δυτική πλευρά του παλαιοχριστιανικού τειχους. Αποτελείται από το κοίλο, την ορχήστρα και τη σκηνή. Τρεις ημικυκλικές στοές στηρίζουν το κοίλο, εξασφαλίζοντας την κλίση του. Κατασκευάστηκε τον 1ο αι. μ.Χ. και χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 2ο μισό του 3ου αι. μ.Χ.











Οι Βόρειες Θέρμες ("Μπεντένια"). Δημόσιο ρωμαϊκό κτίριο, βόρεια των ρωμαϊκών τειχών. Αποτελείται από καμπύλους και ορθογώνιους χώρους που συνδέονται μεταξύ τους με πολλά ανοίγματα και φέρουν ημικυκλικές κόγχες και πεσσοστοιχίες.
Tο μνημείο του Αυγούστου. Ιδρύθηκε από τον Οκταβιανό-Αύγουστο, το 31 π.Χ., μετά τη ναυμαχία του Ακτίου και αφιερώθηκε στον Αρη, τον Ποσειδώνα και τον Ακτιο Απόλλωνα. Αποτελείται από ένα λιθόκτιστο πόδιο, σχήματος Π, στο οποίο είχαν προσαρτηθεί τα χάλκινα έμβολα των πλοίων του Αντωνίου. Τα υπόλοιπα λάφυρα της ναυμαχίας στεγάζονταν μαζί με τα γλυπτά σε μία στοά στο πλάτωμα πάνω από το πόδιο.
Tο Θέατρο, το οποίο βρίσκεται ΝΑ του μνημείου του Αυγούστου. Η σκηνή είναι υψηλή, πιθανόν διόροφη, με τρεις αψιδωτές εισόδους. Οι παραστάσεις δίνονταν στο "λογείο", ανάμεσα στη σκηνή και την ορχήστρα. Τρεις υπόγειοι διάδρομοι διευκόλυναν τη ματακίνηση των θεατών στο κοίλο, κάτω από το οποίο, υπήρχαν ισάριθμες στοές. 1ος αι. μ.Χ.
Το Νυμφαίο, το οποίο βρίσκεται Δ των ρωμαϊκών τειχών της Νικόπολης. Αποτελείται από δύο κτίρια με απλή, αδιακόσμητη πρόσοψη και κόγχες στο εσωτερικό. Σε αυτό κατέληγε ο αγωγός που μετέφερε το νερό από τον Λούρο στη Νικόπολη. Είναι αμφίβολο αν τα κτίρια είναι σύγχρονα. Από αυτά, το βόρειο πρέπει να κατασκευάστηκε στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ.











Αρχαία πόλη της Ηπείρου στο λαιμό της χερσονήσου της Πρέβεζας. Ιδρύθηκε από το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο μετά τη νίκη του εναντίον του Μάρκου Αντωνίου στη Ναυμαχία του Ακταίου (31 μ.Χ.). Γι’ αυτό και ονομάστηκε «Νικόπολη» (= πόλη της Νίκης).Ο ελληνικός χαρακτήρας της. Οι πρώτοι κάτοικοι της Νικόπολης ήταν κυρίως Ηπειρώτες, Ακαρνάνες και Αιτωλοί. Η πόλη διατήρησε έως την ερήμωσή της τον καθαρά ελληνικό χαρακτήρα της. Για την πολιτειακή της οργάνωση δε γνωρίζουμε πολλά. Φαίνεται όμως πως είχε κάποια αυτονομία. Στην εποχή της ακμής της, αν και οι Έλληνες έδιναν πάντοτε τον τόνο, ζούσαν εκεί και πολλοί Ρωμαίοι και Εβραίοι. Στο 20 π.Χ. η Νικόπολη ήταν η ουσιαστική πρωτεύουσα της Ηπείρου. Λέγεται μάλιστα πως φιλοξένησε κατά καιρούς διάφορες προσωπικότητες, όπως τον Απόστολο Παύλο (63 μ.Χ.), το φιλόσοφο Επίκτητο κ.ά. Το 267 γνώρισε τη βαρβαρότητα των Γότθων. Την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου όμως η ανάπτυξή της ήταν τόση, ώστε έγινε πρωτεύουσα της Αχαΐας (Ελλάδας).Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης την ευνόησε ιδιαίτερα ως κέντρο της παλιάς θρησκείας.
Η πόλη άρχισε να παρακμάζει μετά το σεισμό του 373 και τις επιδρομές των Γότθων και των Βανδάλων που ακολούθησαν. Το 540 ο Ιουστινιανός την οχύρωσε και τα Βυζαντινά τείχη πού έχτισε (καλά διατηρημένα) αποτελούν τα πιο εντυπωσιακά λείψανα της ακμής της Νικόπολης. Παρά την οχύρωσή της, οι Γότθοι τη λεηλάτησαν το 551. Από τότε η Νικόπολη έπαψε πια να υπάρχει.Τα αρχαία της Νικόπολης. Ο πρώτος που ασχολήθηκε με τα αρχαία ερείπια της Νικόπολης ήταν ο Ιταλός περιηγητής Κυριακός από την Αγκόνα (1436). Οι ανασκαφές που έγιναν μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου έφεραν στο φως αρκετές παλαιοχριστιανικές βασιλικές με ενδιαφέροντα ψηφιδωτά. Σώζονται επίσης λείψανα του ρωμαϊκού θεάτρου και του υδραγωγείου, ρωμαϊκά λουτρά και κατάλοιπα από βυζαντινά κτίσματα. Όλη η περιοχή είναι κατάσπαρτη με αρχαιότητες και αποτελεί έναν απέραντο ερειπιώνα.

ΦΙΛΙΑΤΕΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ










































































































Ο περιοχή Φιλιατών βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του Νομού Θεσπρωτίας, μεταξύ του ποταμού Καλαμά και των Ελληνοαλβανικών συνόρων. Αποτέλεσε διαμετακομιστικό σταθμό στην αρχαιότητα αλλά και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας καθώς από εκεί διέρχονταν οδική αρτηρία που συνέδεε την Θεσπρωτία με τα Ιωάννινα. Μέχρι την περίοδο της Τουρκοκρατίας σχεδόν δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την πόλη των Φιλιατών. Η γειτονική πόλη Τιτάνη επισκίασε την περιοχή κατά την αρχαιότητα, ενώ η καταστροφές που ακολούθησαν από τους Ρωμαίους και αργότερα από ληστρικές επιδρομές Αλβανικών φυλών που λυμαίνονταν την περιοχή κατά την Τουρκοκρατία, ερήμωσαν την περιοχή. Η αρχή της ανάπτυξης της έγινε όταν παρουσιάστηκε η ανάγκη διέλευσης και στρατοπέδευσης του τουρκικού εκστρατευτικού σώματος με προορισμό την Κέρκυρα από την περιοχή που βρίσκεται σήμερα η κωμόπολη, αλλά και η ανάγκη λειτουργίας τουρκικού διοικητικού κέντρου για τον έλεγχο της περιοχής: Χαράχθηκε νέος, μεγαλύτερος δρόμος, διανοίχτηκαν πηγάδια, δημιουργήθηκε η ανάγκη για επαγγελματίες, όπως χανιτζήδες, σαμαράδες, πεταλωτές κλπ. Έτσι δημιουργήθηκαν υποδομές ώστε από ένας απλός αγροτικός οικισμός οι Φιλιάτες να εξελιχθούν σε σημαντικό εμπορικό σταθμό και να συγκεντρώσουν πληθυσμούς από τις γύρω ορεινές περιοχές.
Την περίοδο 1915-1936 λειτούργησε στην πόλη των Φιλιατών Διδασκαλείο Νηπιαγωγών. Σήμερα οι Φιλιάτες είναι ένας καλά οργανωμένος δήμος που διαθέτει όλες τις απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες για την λειτουργία του. Στην πόλη υπάρχει ταχυδρομείο, αστυνομία, παιδικός σταθμός, σχολεία, εφορία, ΙΚΑ, Δασαρχείο, ΚΑΠΗ, τράπεζες (Αγροτική και Εθνική), φροντιστήρια, σύγχρονο νοσοκομείο και άλλες υπηρεσίες. Η περιοχή είναι πολύ πλούσια σε φυσικές ομορφιές, αλλά και χώρους τουριστικού ενδιαφέροντος, όπως τα ερείπια της αρχαίας πόλης Τιτάνη, η Μονή Γηρομερίου, το λαογραφικό μουσείο Τσαμαντά, κ.ά. Ορισμένοι από τους οικισμούς του δήμου έχουν χαρακτηριστεί ως «Παραδοσιακοί Οικισμοί», όπως ο οικισμός του Γηρομερίου, της Φανερωμένης, της Καμίτσανης, του Πλαισίου και του Φοινικίου. Αξίζει τον κόπο να τους επισκεφτείτε καθώς διατηρούν αναλλοίωτο το παραδοσιακό τους χρώμα. Η περιοχή βρίσκεται πολύ κοντά στις παραλίες του νομού.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

τα συβοτα θεσπρωτιας
















Τα Σύβοτα Θεσπρωτίας (Sivota - Syvota) είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό όπου το καταπράσινο τοπίο αγκαλιάζετε από θάλασσα με μοναδικό μπλε που φτιάχνει μια ειδυλλιακή εικόνα. Από την πρώτη στιγμή το απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς τοπίο μαγεύει το μάτι του επισκέπτη. Τα Σύβοτα είναι χτισμένα γύρω από ένα θαλάσσιο κόλπο στον οποίο σχηματίζονται μικρά νησάκια. Το μέρος περιβάλλετε από τα νησάκια Aγιος Νικόλαος και Μαύρο Όρος.
Ιδιαίτερα το καλοκαίρι πολλοί ξένοι και Έλληνες τουρίστες επισκέπτονται την περιοχή για να περάσουν τις διακοπές τους. Τα Σύβοτα διαθέτουν μαρίνα και αρκετοί από αυτούς καταφθάνουν με ιδιωτικά σκάφη αναψυχής.
Επίσης τα Σύβοτα μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο και για μια διαδρομή στα Ιστορικά και φυσικά μνημεία της Ηπείρου.
Τα Σύβοτα βρίσκονται 24 χιλ. Ν. της Ηγουμενίτσας και αποτελούν το μικρό κοσμοπολίτικο θέρετρο της Θεσπρωτίας. Είναι έδρα του ομώνυμου Δήμου Συβότων και κατά την απογραφή του 2001 είχαν 908 κατοίκους.
Tο 432 π.Χ. έγινε η περίφημη ναυμαχία στην οποίαν ο κορινθιακός και ο θεσπρωτικός στόλος καταναυμάχησε τον κερκυραϊκό που ανήκε στο αντίπαλο στρατόπεδο το Αθηναϊκό, κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο το 432 π.Χ. Ελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό στις 23 Φεβρουαρίου του 1912-13. Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας ήταν έδρα του Οθωμανού υποναύαρχου.
Το 1850 κατοικούνταν από 40 τουρκοτσιάμικες οικογένειες. Παράγει λάδι, βελανίδια και ψάρια. Ονομαζόταν Μούρτος από το όνομα κάποιου προκρίτου ο οποίος φορολογούσε και λαφυραγωγούσε τα διερχόμενα εμπορικά πλοία επί τουρκοκρατίας. Σήμερα κατοικείται από Έλληνες που ροβόλησαν από τα ορεινά χωριά της Ηπείρου.
Το 1959 πήρε την αρχαία ονομασία Σύβοτα. Συνδέεται με φεριμπότ με το νησί των Παξών. Κότερα και βάρκες μεταφέρουν επισκέπτες στην Πέρδικα και Πάργα που μαζί με τα Σύβοτα συνθέτουν μία φυσική ενότητα σπάνιας ομορφιάς με τους μικρούς κρυφούς όρμους και λιμανάκια από καταπράσινους γήλοφους.

ΖΑΛΟΓΓΟ,ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ.
















Ο Δήμος Ζαλόγγου έχει έδρα το Κανάλι Πρέβεζας.Ο πληθυσμός του Δήμου σύμφωνα με την απογραφή του 1991 ανέρχεται σε 5.179 κατοίκους, ενώ τους θερινούς μήνες αυξάνεται σε 30.000 και καταλαμβάνει έκταση 130.078 στρεμμάτων.
Δήμαρχος του είναι ο κ. Φάνης Μικρούλης.
Ιστορικό ορεινό χωριό. Στο βράχο απ΄ όπου έπεσαν οι Σουλιώτισσες με τα παιδιά τους, κυνηγημένες από τ’ ασκέρια του Αλή πασά που αθέτησε το λόγο του και καταδίωξε τους Σουλιώτες το Δεκέμβρη του 1803, όταν έπεσε το Σούλι από προδοσία, υψώνεται μνημείο του γλύπτη Ζογγολόπουλου, που παριστάνει το χορό του Ζαλόγγου. Οι Σουλιώτες ξεκίνησαν χωρισμένοι σε τρεις ομάδες, η μια από αυτές, αποτελούμενη από 800 Σουλιώτες, με αρχηγό τον Κουτσονίκα, κατευθυνόταν προς την Πάργα που την κατείχαν οι Ρώσοι, και στάθηκε στο Ζάλογγο για να αναπαυθεί. Για να διαφύγουν την καταδίωξη των Αλβανών του Αλή πασά, οι Σουλιώτες οχυρώθηκαν στο μοναστήρι της κορυφής, όπου αντιστάθηκαν επί δυο μέρες. Στις 18 Δεκεμβρίου, μια ομάδα, υπό τον Κίτσο Μπότσαρη, κατόρθωσε να διασπάσει τον κλοιό και 147 άντρες έφθασαν στην Πάργα. Όσοι απόμειναν στην μονή αιχμαλωτίστηκαν, ενώ 57 γυναίκες κατέφυγαν σ’ένα βράχο στην κορυφή που ονομάζεται Στεφάνι. Για να μην πέσουν στα χέρια των Αλβανών και αφού έριξαν τα παιδιά τους στο βάραθρο του ποταμού Αχέροντα, πήδησαν κι αυτές, κατά την παράδοση χορεύοντας, η μια μετά την άλλη στον γκρεμό.Στη Ν πλαγιά του Ζαλόγγου βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Κασσώπης. ΄Οπως προκύπτει από τις μέχρι τώρα ανασκαφές, χτίστηκε πριν από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Υπήρξε ισχυρό ελληνιστικό κέντρο που καταστράφηκε μαζί με τις άλλες ηπειρώτικες πόλεις από τους Ρωμαίους κατακτητές.Αξιοθέατα αποτελούν:
Το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, 3 χλμ από το χωριό.
Ο Βράχος απ΄ όπου έπεσαν οι Σουλιώτισσες απέχει 15 χλμ με τα πόδια από το μοναστήρι.
Τα ερείπια της αρχαίας Κασσώπης, 2 χλμ ΒΔ από την Καμαρίνα. Η Κασσώπη κατοικήθηκε από την παλαιολιθική εποχή. Το 700 π.Χ. Ηλείοι άποικοι είχαν ιδρύσει στα παράλια της περιοχής διάφορες πόλεις και στις αρχές του Δ π.Χ. αιώνα την Κασσώπη. Η πόλη καταστράφηκε την εποχή της ρωμαιοκρατίας και ερημώθηκε μετά την ίδρυση της Νικόπολης γιατί ο πληθυσμός αναγκάστηκε να κατοικήσει στη νέα πόλη. Στην περιοχή της υπάρχουν αρχαία λείψανα κυρίως Ελληνιστικής εποχής.

Η μονή Αγίου Δημητρίου βρίσκεται κάτω από τον περίφημο βράχο του Ζαλόγγου με το επιβλητικό μνημείο των Σουλιωτισσών που χορεύουν. Ιδρύθηκε προς τα μέσα του 18ου αιώνα από τον ηγούμενο της Μονής Ταξιαρχών Διονύσιο και από μετόχι της μετατράπηκε σε μονή. Αποτελεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Ιστορήθηκε από τους Χριστόδουλο και Ιωάννη, αγιογράφους από την Κορίτιανη, το 1816. Το μοναστήρι λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τους Τούρκους αρκετές φορές, αλλά και από το σεισμό του 1924, όμως ανακαινίσθηκε.
Λειτούργησε πότε ως ανδρικό αλλά και πότε ως γυναικείο μοναστήρι. Διέθετε μεγάλη περιουσία και έκανε πολλές αγαθοεργίες και κοινωφελή έργα. Επίσης διέθετε και διαθέτει πολλά μετόχια.
Σήμερα σώζεται το καθολικό (μονόκλιτη βασιλική με τρούλο) της μονής με ωραίες αγιογραφίες, εσωτερικά και εξωτερικά του ναού, αλλά και τα κελιά της.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑ














































Η Φιλιππιάδα είναι μια όμορφη κωμόπολη του νομού Πρέβεζας χτισμένη σε ένα κομβικό σημείο μεταξύ των Νομών Πρέβεζας, Άρτας και Ιωαννίνων. Η Φιλιππιάδα ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Χάραδρο, που άκμασε τον 7ο και 8ο αι. π.Χ. και ερείπια της οποίας βρίσκονται στη θέση Καστρί.
Το όνομα της η Φιλιππιάδα το οφείλει στην αγάπη των κατοίκων της για τα άλογα (ίππος = άλογο). Η Φιλιππιάδα είναι γνωστή και για τον μεγάλο αριθμό πελαργών που φιλοξενεί κάθε χρόνο. Οι κάτοικοι φρόντισαν να δημιουργήσουν ιδανικές συνθήκες για τους πελαργούς και έτσι οι πελαργοί καταφθάνουν στην Φιλιππιάδα κάθε χρόνο και ξεκαλοκαιριάζουν στην φιλόξενη πόλη. Οι πελαργοί είναι πια το σύμβολο της Φιλιππιάδας.
Η πόλη έχει κυριολεκτικά στα πόδια της μια εύφορη πεδιάδα. Επόμενο ήταν λοιπόν οι κάτοικοι της να ασχοληθούν με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί στην περιοχή μεγάλες μονάδες μεταποίησης κτηνοτροφικών προϊόντων και εκτροφεία ζώων, δίνοντας ώθηση στην τοπική οικονομία και την ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή.
Στην Φιλιππιάδα αξίζει να επισκεφτεί κανείς τους αξιόλογους ναούς του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Βαρβάρας που χρονολογούνται τον 18ο αι. Το όμορφο δάσος που στεφανώνει την Φιλιππιάδα και η κοντινή μαγευτική λίμνη του Ζηρού, θα σας αφήσουν τις πιο όμορφες εντυπώσεις από την Φιλιππιάδα.
Αξιοθέατα στη Φιλιππιάδα:
Ναός Αγίου Βησσαρίωνα, με ωραίο πέτρινο κωδωνοστάσιο
Ναός Αγίου Αθανασίου, του 8ου αιώνα
Ναός κοιμήσεως της Θεοτόκου
Ναός Αγίας Βαρβάρας, του 18ου αιώνα
Μνημείο πεσόντων Μπιζανομάχων (στις μάχες Γκριμπόβου [1897] και Πέντε Πηγαδίων [1912])
Αξιοθέατα στην ευρύτερη περιοχή:
Στη Ρωμιά: Μονή Αγίου Ιωάννη Προδρόμου του Ριγανά από την οποία σώζεται μόνο ο ναός
Στην Πέτρα: Ναός Αγίας Κυριακής, Κάστρο Ρωγών στη θέση του αρχαίου Βουχετίου αποικίας Ηλείων. Στο κάστρο σώζεται και ο Ναός της μονής Θεοτόκου Ρωγών.
Στη Νέα Κερασούντα: Μονή Προφήτη Ηλία που σήμερα δεν λειτουργεί

ΠΑΡΓΑ.ΤΟΠΟΣ ΜΑΓΙΚΟΣ,ΤΟΠΟΣ ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΟΣ.














































Η ΠΑΡΓΑ ανήκει στο Νομό Πρέβεζας και βρίσκεται νοτιοδυτικά της Ηπείρου, κοντά στον ποταμό Αχέροντα, την Ηγουμενίτσα και έχει απέναντι του τα γραφικά νησιά των Παξών και Αντίπαξων. Η έδρα του Δήμου βρίσκεται στην πόλη της Πάργας, η οποία και συγκεντρώνει τις περισσότερες δραστηριότητες και αποτελεί το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής, με το μεγαλύτερο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η Πάργα είναι ένας εξαιρετικός παραδοσιακός οικισμός χτισμένος αμφιθεατρικά σπάνιας ομορφιάς. Αποτελεί από τους πλέον δημοφιλής τόπους καλοκαιρινών διακοπών.
Είναι χτισμένη στις παρυφές του Ενετικού κάστρου και είναι εμφανώς επηρεασμένη από την Επτανησιακή αρχιτεκτονική.
Ένα από τα πιο γραφικά και κοσμοπολίτικα σημεία της βόρειοδυτικής Ελλάδας, η πανέμορφη Πάργα σας προκαλεί να γνωρίσετε από κοντά τη μακραίωνη ιστορία της, τις ποικίλες φυσικές ομορφιές της και τη φιλοξενία των κατοίκων της. Το νησάκι της Παναγιάς , τα στενά λιθόστρωτα σοκάκια, τα παραδοσιακά «καντούνια», οι ολάνθιστες γειτονιές και οι παραδοσιακές ταβέρνες, δίνουν το δικό τους χρώμα στο ειδυλλιακό τοπίο της Πάργας.Τα παράλια της Πάργας αποτελούν ίσως το καλύτερο κομμάτι από τις παραλίες του Ιονίου πελάγους.

Οι πιο γνωστές και πολυσύχναστες παραλίες είναι: Παραλία Βάλτου, Κρυονερίου, Πίσω Κρυονερίου,Λύχνου, Σαρακήνικο, Αη Γιαννάκης και άλλες απόκρημνες και μοναδικής ομορφιάς παραλίες.Πολλά και αξιόλογα είναι και τα αξιοθέατα και τα μνημεία της Πάργας. Στα βόρεια του λιμανιού βρίσκεται το κάστρο της Πάργας που χτίστηκε το 14ο αιώνα με τη βοήθεια των Νορμανδών. Μετά τις αλλεπάλληλες καταστροφές πήρε την τελική του μορφή από τους Ενετούς. Βορειότερα δεσπόζει το κάστρο του Αλί Πασά χτισμένο σε ψηλό λόφο απ' όπου η θέα κόβει την ανάσα.

Εντυπωσιακό επίσης το νησάκι της Παναγιάς, βρίσκεται απέναντι από το λιμάνι της Πάργας, με το εκκλησάκι και το γραφικό καμπαναριό καθώς και το μικρό κάστρο γαλλικής κατασκευής που δεσπόζει στο πιο ψηλό σημείο του νησιού. Επίσης ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει και πολλά άλλα αξιοθέατα, αφού η Πάργα προσφέρεται και ως ορμητήριο για μικρές αποδράσεις στις γύρω περιοχές.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ

Η Πάργα, αυτός ο παραδεισένιος τόπος, τράβηξε πάνω της τα βλέμματα θεών και δαιμόνων.
Η εικόνα της Παναγίας με της αλλεπάλληλες φυγές της από τον οικισμό της Παλιόπαργας, που ήταν στον Πετζοβολιο, στο απέναντι βουνό και την καταφυγή της στη σπηλιά που βρίσκονταν έξω από το κάστρο, έπεισε τους κατοίκους της να εγκατασταθούν στο βράχο αυτό που σήμερα υψώνεται στο κάστρο.

Αγαπημένη της Παναγίας, αλλά και αγαπημένη του Άρη, θα τελειώσει την περίοδο της ελεύθερης ζωής της στις 15 Απριλίου του 1819.

Όμως άλλες μαρτυρίες παλιότερες, αρχαιολογικά ευρήματα και γραφτές πηγές λένε πως ο τόπος προσέλκυσε την ανθρώπινη δραστηριότητα από τα πανάρχαια χρόνια.

Νεολιθικός πέλεκυς που βρέθηκε στον ελαιώνα αλλά και ο μνημειακός θολωτός μυκηναϊκός τάφος που βρέθηκε στο κτήμα του Σουϊδα, το λείψανο αρχαίου τείχους έξω από τον περίβολο του βενετσάνικου κάστρου μαζί με τη βάση του λιμενοβραχίονα που βρισκόταν στη δυτική μεριά του όρμου του Βάλτου και που δυστυχώς καλύφθηκε από τις πέτρες που σωρεύτηκαν πάνω του για τη δημιουργία μαρίνας, καθώς και κάποιοι κιβωτιόσχημοι τάφοι στο δρόμο κοντά στην Ανθούσα, αποτελούν αναμφισβήτητα τεκμήρια για την ύπαρξη έντονης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή κατά την αρχαιότητα.

Στις βυζαντινές πηγές η Πάργα θα εμφανιστεί το 1337 και μάλλον πρόκειται για τον οικισμό του κάστρου και όχι για την Παλιόπαργα στον Πετζοβολιό. Στη νέα της θέση θα αντιμετωπίσει πολλά γυρίσματα των καιρών.

Θα υποστεί για έξι χρόνια την κατοχή του αλβανοσερβοβουλγαροβλάχου (έτσι του άρεσε να αυτοαποκαλείται) ληστή Μπογκόη και όταν αυτός θα φύγει θα ζητήσει την προστασία της Βενετίας, που θα είναι παρούσα στην περιοχή από τον 15ο ως το τέλος του 18ου αιώνα. Η Πάργα βέβαια σε όλη αυτή την περίοδο θα έχει καθεστώς αυτοδιοίκησης.

Οι επιδρομές και οι λεηλασίες από στεριά και θάλασσα όμως δεν θα πάψουν και στην περίοδο αυτή. Ο Χαϊρετιν Βαρβαρόσα θα είναι ένας από τους πολλούς που θα την ρημάξουν.

Η κατάσταση σταθεροποιείται από τα τέλη του 16ου ως τα τέλη του 18ου αιώνα και η Πάργα αναπτύσσεται οικονομικά, γίνεται κέντρο εμπορικό (στο Βάλτο σώζεται ακόμα η Ντογάνα, δηλαδή το Τελωνείο της εποχής) και καταφύγιο και ορμητήριο κλεφταρματωλών. Η βρύση και το σπίτι του Μπουκουβάλα και το πηγάδι του Ανδρούτσου το μαρτυράνε.

Θα συμπαρασταθεί ακόμα και στους αγώνες του Σουλίου και θα νιώσει επάνω της την απειλητική ανάσα του Αλή πασά. Στην ίδια αυτή περίοδο της ακμής της θα επισκεφθεί την Πάργα ο Κοσμάς ο Αιτωλός και θα αναπτυχθεί με σημαντική εκπαιδευτική κίνηση από ονομαστούς δασκάλους, τον Ιερομόναχο Φιλόθεο, τον Αναστάσιο Μοσπινιώτη, τον Ανδρέα Ιδρωμένο και Χριστόφορο Περραϊκό, τον Αγάπιο Λεονάρδο, κ.α.

Το 1797 η βενετσάνικη κυριαρχία καταλύεται από τους Γάλλους και ύστερα από μια περίοδο εναλλαγής «προστατών» με τη συνθήκη της 5ης Δεκεμβρίου του 1815 θα αναγνωριστεί η οθωμανική κυριαρχία πάνω στην Πάργα και από τους Άγγλους που την προστατεύουν την περίοδο αυτή θα παραχωρηθεί στον Αλή πασά.

Μεγάλη ώρα της ιστορίας της η περίοδος 1816 - 1819 με τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις για την αποζημίωση των περιουσιών των κατοίκων που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στην Κέρκυρα με δραματική αποκορύφωση τη Μεγάλη Παρασκευή 15 Απριλίου του 1819, όταν καίνε τους νεκρούς τους και φεύγουν για την Κέρκυρα.

Ο Αλής θα φέρει Λαλιώτες Τούρκους και χριστιανούς από το εσωτερικό της Ηπείρου για να καλύψει το κενό από τη φυγή των ντόπιων που σιγά-σιγά θα επανέλθουν στην πάτρια γη τον Φεβρουάριο του 1913 οπότε λήγει και για την Πάργα η Τουρκοκρατία.

Στηριγμένη στον οχυρό βράχο του κάστρου και προστατευμένη από την ευρύχωρη αγκαλιά του Πετζοβολιού από τα βορειοδυτικά ανδρώθηκε και πρόκοψε η Πάργα από τα μεταβυζαντινά χρόνια ως τις μέρες μας.
Στα δυτικά της είναι ο κόλπος του Βάλτου με την ολόχρυση αμμουδιά που καταλήγει στο ακρωτήριο Χελαδιό όπου πάνω του ακόμα σώζονται ερείπια της Μονής των Βλαχερνών (η Αγία Βλαχέρνα όπως λένε οι ντόπιοι).

Η αμμουδιά του Βάλτου, συνεχίζεται εύφορο πεδινό διάδρομο, κατάφυτο από ελιές και οπωροφόρα που φτάνει ως την Ανθούσα.
Όταν οι συνθήκες ασφαλείας το επέτρεψαν και το παράλογο ιδιοκτησιακό καθεστώς του κάστρου πίεζε ασφυχτικά τους κατοίκους, ο οικισμός απλώθηκε έξω και γύρω από το κάστρο στο φρύδι του Τουρκοπάζαρου και στη νοτιοανατολική πλευρά ως το Κρυονέρι.

Αυτή είναι η Πάργα η σημερινή, που σαν πίνακας ζωγραφικής αποκαλύπτεται στον επισκέπτη, κυρίως όταν αυτός βρεθεί στη γωνία «στού καρύδι» ή στη στροφή της Λιθίτσας, όταν προχωρεί από τον περιφερειακό δρόμο.

Η αρχιτεκτονική της μορφή είναι νησιώτικη και λιγότερο δένει στην Ηπειρωτική αρχιτεκτονική. Τα σπίτια μικρά κατά κανόνα, με πολύ λίγο ελεύθερο χώρο για πράσινο που όμως δεν λείπει καθώς όλοι φιλοτιμούνται να φυτέψουν κάτι στη μικρή αυλή, στο παρτέρι, ή στη γλάστρα.

Χαίρεται να ανηφορίζει κανείς τα στενά της δρομάκια, πνιγμένα από την ευωδιά του γιασεμιού. «Στης Πάργας τον ανήφορο κανέλα και γαρίφαλο». Από τη βορινή πλευρά ο απέραντος και βαθύσκιος ελαιώνας και από την άλλη οι αμέτρητοι βράχοι μέσα στη θάλασσα που σε ώρες φουσκοθαλασσιάς δημιουργούν παράξενες ηχητικές συμφωνίες.

Αξίζει να γνωρίσει κανείς και το θαλασσινό της τοπίο. Πρώτα βορινά περνώντας δίπλα από το αγέρωχο πετρωμένο καράβι, το τρομερό Φραγκοπήδημα και τον προστατευτικό Άγιο Σώστη, ως την παράξενη ομπρέλα του Σαρακήνικου και ύστερα από τη νότια πλευρά περνώντας από το Χαγιόπουλο, το Μονόλιθο και την Πωγωνιά, το Σκέμπη και το Πριόνι, τη μεγάλη βοτσαλωτή αμμουδιά του Λύχνου με τις μικρές σπηλιές, για να καταλήξει στον κλειστό κόλπο του Αη Γιαννάκη με την πηγή του γλυκού νερού που αναβλύζει στο κέντρο του. Θα είναι μια εμπειρία μοναδική.

Πλούσια σε ιστορία ως ομορφιά η Πάργα, δεν χρειάζεται Όμηρο επαινετή για να την προβάλλει. Ίσως μάλιστα ο λόγος να φανεί κατώτερος από τα πράγματα.

Επιγραμματικός ο χρονογράφος Παύλος Παλαιολόγος έγραφε όταν την επισκέφτηκε το 1964: «Δε θυμάμαι να έχω γνωρίσει ομορφιά πιο εντυπωσιακή από αυτή στη μικρότητά της. Όλα μαγεία. Μη φοβάστε την υπερβολή, όταν παρουσιάζετε την Πάργα, όσα και να πείτε λίγα της είναι. Σε διαγωνισμό ανάμεσα στα τουριστικά κέντρα, έπαιρνε τον τίτλο της γόησσας οπωσδήποτε».

Παραγράφοντας εκείνο το αγοραίο, θα λέγαμε: μια επίσκεψη, μια επαφή μαζί της, θα σας πείσει και προσφέρεται ανεπιφύλαχτα όλες τις εποχές του χρόνου. Είναι όμορφη το χειμώνα που γι' αυτήν είναι ήπιος, όταν μπορεί να απολαμβάνει κανείς μέσα στη διάφανη ατμόσφαιρα το ηλιοβασίλεμα ή να νοιώθει δέος παρακολουθώντας τις ακτές σε μέρες τρικυμίας.

Πεντάμορφη την άνοιξη, όταν μέσα στην αχλή τα σχήματα συγχέονται ανάλαφρα δίνοντας μια αβέβαιη τρυφερότητα στα χρώματα.

Γεμάτη σφρίγος και παλμό μέσα στον πυρετό του καλοκαιριού και γαληνεμένη και στοχαστική όταν θα έρθει το φθινόπωρο και τα πρωτοβρόχια, θα κάνουν τον ελαιώνα της να ασημίζει πιο έντονα, το αεράκι να φυσάει απαλά, κι' γη της να γεμίζει κυκλάμινα.

Μοναδικές στιγμές, ώρες μυροφόρες όπως λέει ο ποιητής

ΑΞΙΖΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΑΡΓΑ,ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΩΡΕΣ ΓΑΛΗΝΗΣ,ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΗΡΕΜΙΑΣ.

Υ.Γ το κειμενο το βρηκα στην επισημη ιστιοσελιδα της παργας.